Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2008

Η "ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ" ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ: Η ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ


Θέλουμε να ξεκινήσουμε με μια μικρή αναφορά στην παγκόσμια οικονομική κρίση, κρίση που στην πραγματικότητα ξεκίνησε στα τέλη Ιουλίου του 2007 και εντάθηκε ένα χρόνο αργότερα.

Η βασική αιτία για την κρίση είναι η εγγενής τάση του κεφαλαίου να αναζητά συνεχώς όχι απλά μεγαλύτερα κέρδη αλλά συνεχώς υψηλότερα ποσοστά κέρδους για να αναπαραχθεί , κι αυτή η κύρια και συνειδητή επιδίωξη του, υποβοηθήθηκε από την μεταρρύθμιση του κράτους μετά τις ιστορικές αλλαγές του 1989-1992 και την δραματική επιδείνωση των όρων της ταξικής πάλης εις βάρος των εργαζομένων. Χαρακτηριστικό της μεταρρύθμισης του κράτους ήταν η καταστροφή των μεταπολεμικών εξισορροπητικών οικονομικοκοινωνικών του όψεων («κοινωνικό κράτος»), η απόλυτη ποδηγέτηση του από το κεφάλαιο και η χρησιμοποίηση του ως βασικού πολιτικού εργαλείου (νεοφιλελευθερισμός) για την στήριξη των προτεραιοτήτων του κεφαλαίου. Ο αστικός ιδεολογικός λόγος αντιπαραθέτει τη διάκριση νεοφιλελευθερισμού και κρατισμού. Στην πραγματικότητα πρόκειται για την επιβολή ενός νεοφιλελεύθερου, και ιδιαίτερα αυταρχικού, κρατισμού δια του οποίου προωθήθηκαν σε παγκόσμιο επίπεδο:
Τα προγράμματα της ασύδοτης αποκρατικοποίησης-ιδιωτικοποίησης παραγωγικών μονάδων και υπηρεσιών
Η πλήρης απελευθέρωση της κίνησης κεφαλαίων και μάλιστα με τέτοιο τρόπο ώστε η διακρατική τους κίνηση συχνά να επιδοτείται από τις κυβερνήσεις είτε άμεσα είτε έμμεσα.
Η απελευθέρωση της κίνησης εμπορευμάτων και προϊόντων, με το κριτήριο της ασφάλειας να γίνεται ολοένα και λιγότερο σημαντικό.
Η προώθησης της ιδιωτικής παιδείας, υγείας και ασφάλισης, γενικότερα των δημόσιων αγαθών με αποτέλεσμα την μετακύλυση του κόστους στην πλάτη των εργαζόμενων προς όφελος και των ιδιωτικών επιχειρήσεων αλλά και του κράτους.
Η ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας,
Η εκτεταμένη μείωση για το κεφάλαιο του εργατικού και ασφαλιστικού κόστους με την πλήρη αποσύνδεση των μισθών από την αύξηση της παραγωγικότητας, με σχέσεις μισθωτής εργασίας χωρίς ασφαλιστική κάλυψη, με μείωση του μισθού των εργαζόμενων μέσω της μείωσης των εργοδοτικών εισφορών, με την επίθεση στο θεσμό των συλλογικών συμβάσεων εργασίας όπου υπήρχαν (κυρίως στη Δυτική Ευρώπη).
Η κλοπή των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων, κεφαλαίων που για τους κερδοσκόπους είναι αδιανόητο να μένουν εκτός της χρηματιστηριακής κερδοσκοπίας, και για το μπλοκ εξουσίας είναι απαραίτητα για να αυξάνεται η ρευστότητα και να απογειώνονται τα κέρδη του κεφαλαίου.
· Μέσα από αυτή τη διαδικασία εδραιώθηκε παραπέρα η κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Αυτό βαθμιαία κατάκτησε μια προνομιακή διείσδυση, επαγωγή και συγχώνευση όλων των οικονομικών μονάδων και δραστηριοτήτων (αγροτική και βιομηχανική παραγωγή, εμπόριο, μεταφορές, υπηρεσίες, έρευνα-ανάπτυξη) στις διαδικασίες της παγκοσμιοποιημένης αναπαραγωγής του. Εξουσιάζει την συγκρότηση και οργανώνει τις λειτουργίες της διεθνοποιημένης χρηματοοικονομικής αγοράς (τις συναλλαγματικές, τραπεζικές και χρηματιστηριακές ροές), ελέγχει και κατευθύνει τις αγορές των επενδυτικών κεφαλαίων, των εμπορευμάτων και της εργασιακής δύναμης. Σε αυτή του την κίνηση, το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο για να αναπαραχθεί καταστρέφει συνεχώς τα λιγότερο αποδοτικά κεφάλαια, επιχειρήσεις, ακόμη και κλάδους, τινάζει στον αέρα εθνικές οικονομίες. Αυτή η καταστροφή δεν έχει κανένα απολύτως δημιουργικό χαρακτήρα γιατί δεν καθοδηγείται από τις κοινωνικές αναγκαιότητες και δεν αφορά παρασιτικές και μη παραγωγικές δραστηριότητες. Αντίθετα, αφορά σε μεγάλο βαθμό παραγωγικές δραστηριότητες που είναι και απαραίτητες στους εθνικούς κοινωνικούς σχηματισμούς αλλά συχνά και κερδοφόρες. Απλά δεν είναι αρκετά κερδοφόρες σε σχέση με τις προσδοκίες υψηλής (και ολοένα και υψηλότερης) κερδοφορίας του κεφαλαίου. Αυτή η καταστροφή, σε συνδυασμό με την συμπίεση των εργατικών εισοδημάτων παγκόσμια οδήγησε στην επιδείνωση του βασικού προβλήματος του καπιταλισμού από το 1973 και μετά: σε υψηλά ποσοστά κέρδους με ταυτόχρονα χαμηλά επίπεδα συσσώρευσης πραγματικού (παραγωγικού) κεφαλαίου.
· Στην πορεία η δυνατότητα υψηλού ποσοστού κέρδους από τα χρηματοπιστωτικά παιχνίδια κατέστησε όλο και πιο ασύμφορη την παραγωγική χρήση των κεφαλαίων. Επειδή όμως καινούρια αξία παράγει μόνο η ανθρώπινη εργασία, η αύξηση των κερδών γινόταν όλο και δυσκολότερη. Αυτό οδήγησε το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο σε όλο και πιο επικίνδυνα κερδοσκοπικά παιχνίδια, στην δημιουργία χρηματιστικών «προϊόντων» που βασίζονταν σε απίθανα σενάρια αύξησης των κερδών, στην εκρηκτική αύξηση των τιμών του πετρελαίου αλλά και των αγροτικών προϊόντων. Αυτή η απογείωση της κερδοσκοπίας οδήγησε στην πείνα (και στην Αφρική στο θάνατο) εκατομμύρια ανθρώπους μέσα σε 1-2 χρόνια, επέφερε όλο και μεγαλύτερη καταστροφή. Η δοκιμασμένη συνταγή της καταφυγής και στην αγορά γης δεν μπορούσε να δώσει λύση. Ο φαύλος κύκλος που δημιουργήθηκε τέλειωσε με δραματικό τρόπο, με την εκτόξευση των πεινασμένων της γης στο 1 δις. ανθρώπων, με την εξαθλίωση χιλιάδων νοικοκυριών στην καρδιά του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, τελικά με την κατάρρευση των τιμών γης στις ΗΠΑ και μαζί τους την κατάρρευση του οικοδομήματος.
· Η κρίση επομένως είναι κρίση της «πραγματικής οικονομίας» που συνετρίβη κάτω από την κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Τα κυβερνητικά σχέδια διάσωσης στις ΗΠΑ και την ΕΕ προσπαθούν κατ αρχήν να σώσουν το τραπεζικό σύστημα κοινωνικοποιώντας τις ζημιές, χωρίς να πειράζουν στο ελάχιστο τον τρόπο λειτουργίας τους. Ορισμένοι μάνατζερ (τα χρυσά παιδιά) γίνονται οι αποδιοπομπαίοι τράγοι του συστήματος που παραμένει αλώβητο. Είναι χαρακτηριστικό (και εξωφρενικό) ότι οι κυβερνήσεις δεν κάνουν τίποτα για να σταματήσουν την απότομη αύξηση των επιτοκίων των εμπορικών τραπεζών προς τις επιχειρήσεις και τους ιδιώτες ενώ μειώνουν τα επιτόκια δανεισμού προς τις τράπεζες και εγγυώνται πλήρως (με τους πόρους της κοινωνίας) τις διατραπεζικές συναλλαγές. Αυτή είναι η τέλεια συνταγή όχι για να σωθεί η πραγματική οικονομία αλλά για να γονατίσει ώστε να σωθούν οι τράπεζες από την κατάρρευση. Η εκτεταμένη ύφεση είναι σε μεγάλο βαθμό και αποτέλεσμα της προσπάθειας διάσωσης των τραπεζών.

Όμως το κύριο πρόβλημα είναι από ποιόν θα πληρωθεί μια τέτοια καταστροφή καθώς η στρατηγική του κεφαλαίου ήδη οδηγεί προς την κατεύθυνση μετατόπισης της κρίσης προς τους αδύναμους δηλαδή στις εργατικές τάξεις του ανεπτυγμένου καπιταλισμού καθώς επίσης στις αναπτυσσόμενες και φτωχές χώρες και στους λαούς τους. Στις ανεπτυγμένες οικονομίες η κρίση έχει περάσει στην παραγωγή με πρώτη συνέπεια την αύξηση των απολύσεων, την συρρίκνωση των μισθών, την απόπειρα πλήρους υποταγής των εργαζόμενων στις επιδιώξεις του κεφαλαίου, τελικά την μαζική «τριτοκοσμοποίηση» μεγάλου ποσοστού της εργατικής τάξης. Την κοινωνική έκρηξη που απειλεί το σύστημα καλείται να αποτρέψει η πολιτική των Ταμείων Φτώχειας και του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος. Στις υπόλοιπες χώρες μια νέα φάση μαζικής φτωχοποίησης προβάλει απειλητικά στον ορίζοντα και ταυτόχρονα μια σοβαρή κρίση υπερχρέωσης επέρχεται συμπληρωματική στην υπάρχουσα εξοντωτική επισιτιστική, ενεργειακή και οικολογική κρίση.
Η διαμόρφωση συνθηκών «εκτάκτου ανάγκης» για την χρηματοπιστωτική ολιγαρχία οδήγησε σε νέου τύπου πολιτικές «εθνικοποίησης-κρατικοποίησης» των ζημιογόνων τομέων ορισμένων τραπεζιτικών και ασφαλιστικών εταιριών (ΗΠΑ, Αγγλία). Στόχος είναι να ελεγχθεί η αποδόμηση της χρηματοοικονομικής αγοράς, να αποφευχθούν οι ταξικές κοινωνικές εκρήξεις και κυρίως να διατηρηθούν ανέπαφα τα συμφέροντα του άρχοντος μπλοκ εξουσίας. Συνακόλουθο αποτέλεσμα θα είναι ένας ελαφρύς περιορισμός της ανεξέλεγκτης αυτονομίας και ισχύος του διεθνούς χρηματοπιστωτικού–χρηματιστηριακού τομέα. Η επαναφορά μιας περιορισμένης μορφής προστατευτισμού είναι επίσης πιθανή. Η επάνοδος πάντως στη σοσιαλδημοκρατική-κεϋνσιανή κρατική πολιτική, που βασικό και ουσιαστικό της χαρακτηριστικό δεν είναι η κρατική απόκτηση μετοχών αλλά η πολιτικές εισοδηματικής αναδιανομής, και γενικότερα του «κοινωνικού κράτους» είναι αδύνατη με δεδομένη την ολιγαρχική εξουσία και το γεγονός ότι το βασικό πλαίσιο του καπιταλισμού δεν αλλάζει.
· Με αυτές τις εξελίξεις είναι σίγουρο ότι οι αγώνες για δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος θα λάβουν εντονότερη και εκτατικότερη διάσταση. Το ζητούμενο είναι τα καθημερινά αιτήματα να συνδεθούν με τον ταξικό αγώνα για μια άλλη απελευθερωμένη κοινωνία. Η ανασύνταξη και αντεπίθεση της οργανωμένης εργατικής τάξης είναι απαραίτητο προαπαιτούμενο για κάτι τέτοιο.
Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
· Στην Ελλάδα, πέρα από το παραδοσιακά πανίσχυρο εφοπλιστικό κεφάλαιο και το παρεπόμενο ναυτιλιακό συνάλλαγμα, η αύξηση του ΑΕΠ των τελευταίων ετών βασίστηκε στην ιδιωτική κατανάλωση και τις κατασκευές, τα μεγάλα έργα μέχρι το 2004 και την οικοδομική δραστηριότητα όλη την περίοδο ήδη από το 1950 και τη σύγχρονη περίοδο περισσότερο μετά το 2004.(να σημειωθεί ότι οι νέες οικοδομές την επαύριο των Ολυμπιακών αγώνων, δηλ. το 2005 αυξήθηκαν κατά 35,2%, η συνεχιζόμενη όμως πολιτική λιτότητας και ο υπερδανεισμός δεν βοήθησαν να απορροφηθεί η προσφορά νέων κατοικιών και ακολούθησε μείωση 19,5% το 2006, 5% το 2007, και 15,2% το επτάμηνο του τρέχοντος έτους). Όλα αυτά, από τη στιγμή που το μερίδιο της εργασίας στον παραγόμενο πλούτο μειώνεται συνεχώς την τελευταία 20ετία, αναπτύχθηκαν χάρη στο δανεισμό των νοικοκυριών (το μερίδιο της εργασίας στο ΑΕΠ μειώθηκε από 58% στις αρχές του 80 στο 44% το 2006)..
· Από την άλλη μεριά συνεχίστηκε τόσο η αποβιομηχάνιση της χώρας – αυτής της ελαφράς βιομηχανίας που υπήρχε- όσο και η μείωση του αγροτικού πληθυσμού, μια συνεχιζόμενη αγροτική έξοδος προς τα αστικά κέντρα που στον πυρήνα της έχει διαδικασίες συγκέντρωσης γης σε λίγα χέρια με προοπτική την αστικοποίηση μεγάλου μέρους της γης αυτής. Αυτή η διαδικασία γίνεται προφανώς σε βάρος της αγροτικής παραγωγής(οι αγρότες μειώθηκαν από 710 χιλ. Το 1998 σε 518 χιλ. Στα μέσα του 2008.)Η στρατηγική λύση της κυβέρνησης είναι η παραπέρα τριτογενοποίηση της χώρας με έμφαση στον τουρισμό και η είσπραξη «διοδίων» από τα διάφορα δίκτυα που θα διατρέχουν τη χώρα. Το ειδικό χωροταξικό για τον τουρισμό και η ανάδειξη νέων μορφών τουρισμού (ιαματικός, συνεδριακός, οικοτουρισμός, θρησκευτικός, γκολφ) έχουν αυτή τη στόχευση. Η σύμφυση όμως του κράτους και του κυρίαρχου χρηματιστικού κεφαλαίου δίνει σε αυτή την επιλογή χαρακτηριστικά ληστείας του κοινωνικού πλούτου. Η δημόσια γη ξεπουλιέται, οι απαραίτητες υποδομές για τα δίκτυα (οδικά, ενεργειακά, λιμάνια) γίνονται με χαριστικούς όρους για το κεφάλαιο μέσω των ΣΔΙΤ, τεράστιες εκτάσεις δίνονται χάρισμα σε επενδυτές τουρισμού. Η χρήση των μοναστηριών (Μονή Τοπλού στην Κρήτη, Βατοπέδι κα) ως ενδιάμεσων γίνεται για να λυθούν νομικά κωλύματα στο ξεπούλημα δημόσιας γης και να επιταχυνθούν οι διαδικασίες. Εξίσου σημαντικό είναι το ότι η επιλογή αυτή οδηγεί σε παραπέρα διάλυση του παραγωγικού ιστού και κάνει τη χώρα ευάλωτη σε οικονομικές κρίσεις όπως αυτή που βιώνουμε σήμερα. Από αυτή την οπτική, η παραπέρα τουριστικοποίηση της Ελλάδας είναι σήμερα μια επιλογή καταστροφική που θα οδηγήσει τους εργαζόμενους σε ακόμη χειρότερη θέση.
· Στο επίπεδο των αναδιαρθρώσεων, οι κυβερνήσεις πρώτα του ΠΑΣΟΚ και κυρίως της ΝΔ από το 2004 και μετά, ακολούθησαν τις παγκόσμιες προσταγές του χρηματιστικού κεφαλαίου δηλαδή ιδιωτικοποιήσεις, ασφαλιστικό, φορολογική πολιτική, ακρίβεια, αυταρχισμός, κλοπή των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων, προσαρμοσμένα στην ελληνική πραγματικότητα. Η λύση που έχει έτοιμη η κυβέρνηση για τη σημερινή κρίση είναι η συνέχιση των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων της και η ενίσχυση των τραπεζών με 28 δις. Ευρώ. Για να καταλάβουμε τα μεγέθη, τα 28 δις. ισούται με το 45% των δαπανών του κρατικού προϋπολογισμού (65,5 δις ευρώ) ενώ το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων του 2009 είναι στο ύψος των 8,5 δις ευρώ. βέβαια το ποσό αυτό δεν αποτελεί άμεση ταμειακή εκροή, αλλά κυρίως εγγυήσεις και αγορές μετοχών τραπεζών ύψους 5 δις. Αυτά τα 5 δις όμως θα εκταμιευτούν πολύ σύντομα τη στιγμή που το πιο σύγχρονο νοσοκομείο, το Αττικό, υπολειτουργεί και οι εργαζόμενοι του απεργούν με αίτημα να στελεχωθεί, ενώ το ΤΕΙ Πειραιά ανέστειλε τη λειτουργία του επειδή δεν έχει χρήματα ούτε για να πληρώσει το ηλεκτρικό ρεύμα!!! Αυτή είναι η υποβάθμιση του δημόσιου τομέα για να θησαυρίζουν τα ιδιωτικά ΙΕΚ και Κέντρα Ελευθέρων Σπουδών, οι ιδιωτικές επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών υγείας, οι ιδιωτικές ασφαλιστικές.
· Με την παγκόσμια κρίση να οξύνεται, αυτή η κατάσταση οδηγεί στην μεγαλύτερη ενεργή είσοδο των εργαζόμενων στο πολιτικό προσκήνιο. Η ίδια η απονομιμοποίηση της νεοφιλελεύθερης μονοκρατορίας, που πήρε ιδιαίτερη έκφραση στην ασφαλιστική μεταρρύθμιση που συνεχίζεται και στο ζήτημα της ιδιωτικοποίησης της ανώτατης παιδείας, μαζί με τους κλαδικούς έντονους εργατικούς αγώνες που στοχεύουν στην ανατροπή ακριβώς των κυρίαρχων πολιτικών επιλογών (πχ. λιμενεργάτες ενάντια στην ιδιωτικοποίηση των λιμανιών, εργαζόμενοι Ολυμπιακής, ΔΕΗ), δείχνει ότι υπάρχουν όχι μόνο τμηματικές αντιστάσεις, αλλά και συνολική δυνατότητα άρνησης της αστικής επιθετικότητας.
Έχουμε διαπιστώσει σε πολιτική απόφαση της 3ης Πανελλαδικής μας Συνδιάσκεψης από τον Απρίλη του 2007 τα εξής: Η κατάσταση αυτή έχει οδηγήσει σε μια πρωτοφανή κρίση κοινωνικής νομιμοποίησης όχι μόνο των δύο κομμάτων εξουσίας (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ) και του δικομματισμού, αλλά του πολιτικού συστήματος συνολικά. Η κοινωνική απαίτηση για μια διαφορετική πολιτική που θα εξυπηρετεί τους εργαζόμενους είναι έντονη. Αλλά και η πεποίθηση ότι καμία από τις υπάρχουσες πολιτικές δυνάμεις δεν μπορεί να προωθήσει μια διαφορετική πολιτική είναι επίσης έντονη. Αυτό επιτείνει και τα φοβικά σύνδρομα, που καλλιεργούνται συστηματικά από τις κυρίαρχες τάξεις, στην προοπτική των ρήξεων με τις ασκούμενες πολιτικές.
Πιστεύουμε ότι αυτή η διαπίστωση είναι επίκαιρη και σήμερα. Ότι καμία από τις υπάρχουσες πολιτικές δυνάμεις δεν μπορεί να προωθήσει μια διαφορετική πολιτική. Και ο κύριος λόγος για αυτή την αδυναμία είναι ο ετεροκαθορισμός της πολιτικής των αριστερών κομμάτων αλλά και των αριστερών πολιτικών οργανώσεων και κινήσεων από τον δικομματισμό και την κυρίαρχη ιδεολογία. Από την εποχή που το ΠΑΣΟΚ μιλούσε για αλλαγή και η κομμουνιστική αριστερά για «πραγματική Αλλαγή», ήταν φανερός αυτός ο πολιτικός ετεροκαθορισμός. Αυτό έχει μια σειρά από συνέπειες:
1. Η αριστερά στο σύνολο της δεν επεξεργάστηκε μια ξεκάθαρη, εναλλακτική της κυρίαρχης, αντίληψη για την πορεία που πρέπει να ακολουθήσει ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός. Δηλαδή, δεν έχει μια καθαρή αντίληψη για το ποιες κοινωνικές ανάγκες πρέπει να ικανοποιηθούν και με ποια ιεράρχηση. Τι πρέπει να παραχθεί, με ποιό τρόπο να οργανωθεί η παραγωγή τους, ποιες πρέπει να είναι οι κυρίαρχες κοινωνικές τάξεις που θα οργανώσουν την παραγωγή, με ποιές εργασιακές συνθήκες και σχέσεις. Και ακόμη με ποιο εκπαιδευτικό σύστημα, που θα λαμβάνει υπόψην του τις παραγωγικές και κοινωνικές ανάγκες χωρίς να παραβλέπει την γνώση ως αυταξία. Και τελικά ποια πολιτική εξουσία θα διαχειριστεί το σχέδιο αυτό.
2. Ο ετεροκαθορισμός από το κυρίαρχο δικομματικό σύστημα, από την κυρίαρχη ιδεολογία τελικά, οδηγεί σε ετεροκαθορισμό και από τους κυρίαρχους μηχανισμούς του καπιταλιστικού κεφαλαίου σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο. Δηλ. ετεροκαθορισμός από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το ΝΑΤΟ, τις μεγάλες πολυεθνικές, το παγκόσμιο χρηματιστικό κεφάλαιο. Αυτοί φτιάχνουν την ατζέντα που ακολουθούν και οι ελληνικές κυβερνήσεις. Η πολιτική αριστερά, μην έχοντας δική της, αυτόνομη ατζέντα, αναγκαστικά ακολούθησε μια αμυντική στάση. Οδηγηθήκαμε έτσι στην πολιτική των αρνητικών συνθημάτων (όχι στο Μααστριχτ, όχι στη Μπολόνια, όχι στην αναθεώρηση του Συντάγματος κλπ.) Δεν λέμε ότι αυτά τα όχι ήταν λαθεμένα ή οτι οι επεξεργασίες για τα ζητήματα δεν ήταν σωστές ή στη σωστή κατεύθυνση. Λέμε ότι τα συνεχή αρνητικά συνθήματα ενέγγραψαν στην κοινωνία τα αριστερά πολιτικά κόμματα ως κόμματα διαμαρτυρίας, χρήσιμα για να αμβλύνουν τις δυσάρεστες επιπτώσεις των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων αλλά αδύναμα να προτείνουν κάτι καινούριο.
3. Αυτός ο ετεροκαθορισμός της αριστεράς κορυφώθηκε την περίοδο 1989-90 κάτω και από το βάρος των παγκόσμιων ανατροπών σε βάρος της εργατικής τάξης. Η δημιουργία του ενιαίου Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου, αντί να την οδηγήσει σε ένα εναλλακτικό πρόγραμμα εξουσίας, την οδήγησε στη δορυφοροποίηση της στον δικομματισμό και στην (ρητά εκφρασμένη συχνά) επιδίωξη του ρόλου της συμπληρωματικής δύναμης πότε με το ένα και πότε με το άλλο κόμμα εξουσίας. Η συνεργασία με τη ΝΔ για να μπορέσει να γίνει κυβέρνηση, ακολουθήθηκε από την επιλεκτική συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ στις μονοεδρικές για να μην πάρει την εξουσία η ΝΔ, και με την συμμετοχή στην λεγόμενη οικουμενική. Κοντολογίς αντί η αριστερά να οξύνει την κρίση του δικομματισμού, τον βοήθησε να ορθοποδήσει χωρίς μάλιστα να αμφισβητήσει έστω και δευτερεύουσες πολιτικές επιλογές του συστήματος.
4. Η απόλυτη αποτυχία του ενιαίου Συνασπισμού και η διάσπαση με τραυματικό τρόπο όχι μόνο επέτεινε το πρόβλημα του ετεροκαθορισμού αλλά και ανέδειξε ως κυρίαρχη την επιδίωξη των 2 κοινοβουλευτικών κομμάτων για κυριαρχία εντός της αριστεράς. Το πρόβλημα είναι ότι η διαμάχη αυτή οδήγησε το σύνολο της αριστεράς σε μια εσωστρέφεια που κάνει κακό σε εκείνες τις κοινωνικές τάξεις που περιμένουν σήμερα από την αριστερά μια άλλη προοπτική. Δηλαδή κάνει κακό στα συμφέροντα των εργαζόμενων.
5. Αυτή η κατάσταση ετεροκαθορισμού από την κυρίαρχη πολιτική και εσωτερικής διαμάχης οδηγεί στην πολιτική πρακτική της διάσπασης των ταξικών δυνάμεων παντού. Στο συνδικαλιστικό κίνημα, στο κίνημα ειρήνης και στα λεγόμενα νέα κινήματα. Οι χωριστές συγκεντρώσεις δεν είναι το κύριο πρόβλημα. Η διάσπαση των δυνάμεων, η αντίληψη ότι ο βασικός εχθρός είναι ο εσωτερικός εχθρός, εντός του κινήματος, είναι το βασικό πρόβλημα. Αυτό οδηγεί στο φόβο των ηγεσιών των 2 κοινοβουλευτικών κομμάτων της αριστεράς απέναντι στην κίνηση των μαζών που δεν μπορούν να ελέγξουν, φόβο απέναντι στην μαζικοποίηση των αγώνων που είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την αλλαγή των συσχετισμών. Το κυριότερο, έχει οδηγήσει σε μια πρακτική στραγγαλισμού της αυτονομίας του εργατικού κινήματος. Και εργατικό κίνημα που δεν είναι αυτόνομο, δεν μπορεί να είναι αποτελεσματικό.

Ενώ λοιπόν οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το 60-65% της κοινωνίας δεν θέλει την πολιτική που ασκείται και από τα δύο κόμματα ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, ο δικομματισμός καλά κρατεί στην πρόθεση ψήφου. Κι αυτό γιατί δεν βλέπουν διέξοδο.
Η Κομμουνιστική Ανανέωση πιστεύει ότι στην σημερινή συγκυρία, με το κυρίαρχο νεοφιλελευθερισμό πλήρως απονομιμοποιημένο στην κοινωνία, δεν πρέπει να αντιτάξουμε "εναλλακτικές" αστικές πολιτικές – την επιστροφή, για παράδειγμα, σ έναν νέου τύπου αστικό κεϋνσιανισμό – αλλά την προοπτική του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας. Και η πάλη για τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας δεν μπορεί να είναι υπόθεση ενός μόνου κόμματος της Αριστεράς. Για να είναι αποτελεσματική αυτή η πάλη, απαιτείται ένα ευρύτερο μπλοκ – ένα Μέτωπο Πολιτικών και Κοινωνικών Δυνάμεων, με στόχο το Σοσιαλισμό.
Η δική μας πρόταση για το Μέτωπο αποβλέπει πρώτα απ όλα στην ενότητα της Εργατικής Τάξης, σημειώνοντας τον σημαντικό και αποφασιστικό ρόλο που διαδραματίζει, ως υποκείμενο του κοινωνικού μετασχηματισμού. Μία τάξη που είναι πλέον – και στην Ελλάδα – πολύγλωσση, πολύχρωμη. Στην αποκατάσταση της ενότητάς της, με τους ανέργους, τους "απασχολήσιμους", τους απόμαχους της δουλειάς. Να προωθήσει τη συμμαχία της εργατικής τάξης με τους εργαζόμενους αγρότες, την νεολαία, τους αυτοαπασχολούμενους σε παραγωγικές και κοινωνικά ωφέλιμες δραστηριότητες. Να διαμορφώσει το μπλοκ των δυνάμεων της εργασίας, της γνώσης, του πολιτισμού, της οικολογίας.
Στις δυνάμεις αυτές θα αναζητήσουμε το αντίπαλο δέος που όχι μόνο θα αντισταθεί στις συνέπειες των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, αλλά και θα έλθει σε ρήξη με το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα που τις παράγει, αμφισβητώντας τελικά την ίδια την αστική ηγεμονία, συγκροτώντας ένα πλατύ Μέτωπο Πολιτικών και Κοινωνικών Δυνάμεων σαφώς οριοθετημένο από το θεσμικό πλαίσιο και τις πολιτικές της ΕΕ, την κεντροαριστερά, τον κυβερνητισμό, την λογική συνδιαχείρισης του αστικού συστήματος. Ένα Μέτωπο που μέσα από ένα Ριζοσπαστικό Πρόγραμμα θα συνδέει τα άμεσα αιτήματα, την πάλη δηλαδή ενάντια στον κυρίαρχο σήμερα νεοφιλελευθερισμό, με τον αγώνα για Εργατική Εξουσία, για το Σοσιαλισμό. Σε ένα τέτοιο μέτωπο ισχύει η φράση "βαδίζουμε χώρια κτυπάμε μαζί", που σημαίνει ότι η ενότητα στη δράση δεν συνοδεύεται από κανενός είδους παραχώρηση στην οργανωτική αυτοτέλεια ή από ιδεολογικές παραχωρήσεις.
Το Ριζοσπαστικό Πρόγραμμα πρέπει σήμερα να εκφράζει τις οικονομικές, κοινωνικές, πολιτιστικές ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας σήμερα. Πρώτιστα πρέπει να εκπονηθεί ένα πρόγραμμα παραγωγικής αναδιάρθρωσης όλων των τομέων και κλάδων της οικονομίας με γνώμονα τις ανάγκες των εργαζόμενων. Σ’ αυτό το σχέδιο θα συνδυάζονται η καταγραφή των κοινωνικών αναγκών και των παραγωγικών δυνατοτήτων, η ποσοτική και ποιοτική καταγραφή μέσων και στόχων, η προστασία της εγχώριας παραγωγής. Ακόμη οι θεσμικές και οργανωτικές προϋποθέσεις για την ικανοποίηση των αναγκών αυτών.
Οι εργαζόμενες τάξεις της πόλης και της υπαίθρου έχουν σήμερα τη δυνατότητα να εκπονήσουν ένα τέτοιο πρόγραμμα και να επιχειρήσουν παλεύοντας για την εφαρμογή του. Η ανοιχτή, ενεργή, δημοκρατική συμμετοχή τους στην εκπόνηση του προγράμματος δεν είναι απλά ένα διαδικαστικό, οργανωτικό ζήτημα. Είναι το κρίσιμο σημείο για την πολιτική ανασυγκρότηση της εργατικής τάξης και παραπέρα της αυθεντικής έκφρασης των αναγκών της Ελληνικής κοινωνίας και των προτάσεων για την υλοποίησή τους.
Κι αυτό για μια σειρά από λόγους. Πρώτον, γιατί η αδυναμία της πολιτικής αριστεράς να προβάλλει ένα ρεαλιστικό πρόγραμμα εξουσίας έγινε προφανής μετά τις εκλογές του 2007 και οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στην πολιτική των κλειστών θυρών απέναντι στην ίδια την εργαζόμενη κοινωνία. Δεύτερον, γιατί η ιδεολογική τρομοκρατία που ασκούν οι αστικοί μηχανισμοί μπορεί να ανατραπεί στις συνειδήσεις μόνο με την ανοιχτή, δημοκρατική συμμετοχή των εργαζόμενων στις συνδικαλιστικές και πολιτικές διαδικασίες. Τρίτον, γιατί ο κρατικός και εργοδοτικός αυταρχισμός ήδη εντείνονται με το πρόσχημα της κρίσης (και πρώτο, άμεσο θύμα τους μετανάστες) και μόνο η μαζική, οργανωμένη, ταξική κοινή δράση των εργαζόμενων θα τον ανατρέψει. Και τέλος, γιατί έτσι κι αλλιώς, ιστορικά, οι μεγάλες νίκες της εργατικής τάξης συνδέονταν πάντα με την ανοιχτή, ενεργή, δημοκρατική συμμετοχή της στις πολιτικές διεργασίες.

Η σημερινή μας συμβολή στη συγκρότηση του Μετώπου είναι η πρόταση 10 αξόνων για τη διαμόρφωση αυτού του ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ.

ΘΕΣΕΙΣ – ΑΞΟΝΕΣ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΕΝΟΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΤΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ
1. Κατοχύρωση και διεύρυνση της λαϊκής και εθνικής κυριαρχίας. Κατάργηση όλων των συμφωνιών, διμερών – πολυμερών, που βλάπτουν τα συμφέροντα του λαού και της χώρας
2. Εθνικοποίηση στρατηγικών κλάδων της οικονομίας (ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, μεταφορές, χρηματοπιστωτικό σύστημα, φαρμακοβιομηχανία).
3. Διατήρηση των ακτών, δασών, ορεινών όγκων, υπεδάφους και οικοσυστημάτων ως δημόσιων αγαθών. Επαναδημοσιοποίηση όσων επιχειρήσεων, υπηρεσιών, λειτουργιών (ελεύθερων χώρων, ακίνητης περιουσίας κλπ.) έχουν ιδιωτικοποιηθεί. Αποκλειστικά δημόσια δωρεάν υγεία και παιδεία.
4. Κατοχύρωση εγγυημένων ικανοποιητικών τιμών των αγροτικών προϊόντων που να καλύπτουν το κόστος παραγωγής και το κόστος της ζωής. Παραγωγικός συνεταιρισμός των εργαζομένων αγροτών για την πολύπλευρη ανάπτυξη του αγροτικού τομέα, για την εξασφάλιση της διατροφικής επάρκειας και ασφάλειας της χώρας.
5. Γενναία, σε επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αύξηση μισθών -ημερομισθίων, καθιέρωση αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής στην βάση εργατικού τιμαρίθμου. Κατάργηση όλων των μορφών ευέλικτης, προσωρινής και μερικής απασχόλησης στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα και τη μείωση των ωρών εργασίας.
6. Εξασφάλιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και κατάργηση όλων των διακρίσεων και των αντιδημοκρατικών - αντεργατικών νόμων
7. Προώθηση ενός κλιμακούμενου προγράμματος ουσιαστικής δημοκρατικής αποκέντρωσης
8. Δημοκρατική εξυγίανση των μέσων μαζικής ενημέρωσης
9. Δημοκρατική αναδιοργάνωση και επαναπροσδιορισμός του ρόλου των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας.
10. Λαϊκό δημοκρατικό Σύνταγμα – Συντακτική Συνέλευση- Συνταγματική κατοχύρωση του εργατικού και κοινωνικού ελέγχου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: