Κυριακή 12 Απριλίου 2009

ΣΥΖΗΤΟΥΜΕΝΟ ΣΧΕΔΙΟ ΛΥΣΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Θυελλώδης αναμένεται η συνεδρίαση του Εθνικού Συμβουλίου της Κύπρου που έχει προσδιορισθεί για τις 10 Μαρτίου. ‘Ηδη, με την επιφύλαξη ότι ευσταθούν τα όσα ήδη δημοσιεύθηκαν στον κυπριακό τύπο για τις προτάσεις των δύο πλευρών (και δεν έχουν πάντως διαψευσθεί) μια δαιδαλώδης παραλλαγή του σχεδίου Ανάν εμφανίζεται ως ο κοινός τόπος των συνεχιζόμενων διαπραγματεύσεων για την επίλυση του κυπριακού, βάσει των εγγράφων που κατέθεσε στο Εθνικό Συμβούλιο της Κύπρου ο Πρόεδρος Δημήτρης Χριστόφιας. Και εφόσον βεβαίως επιτευχθεί τελικά συμφωνία δεδομένου ότι, και έτσι, παραμένουν μεγάλες διαφορές μεταξύ των δύο πλευρών. Η τουρκική πλευρά ζητά μάλιστα περαιτέρω ενίσχυση των στοιχείων του σχεδίου που καταργούν στην πραγματικότητα την ίδια την υπόσταση του κράτους.

Το κράτος που θα προκύψει από τις διαπραγματεύσεις θα κυβερνάται, σύμφωνα με την ελληνική πρόταση, από έναν Πρόεδρο και έναν Αντιπρόεδρο, υποχρεωτικά διαφορετικής εθνικότητας, που θα εκλέγονται ως «ζευγάρι», έχοντας αποσπάσει υποχρεωτικώς το 50% σε κάθε κοινότητα και θα εναλάσσονται υποχρεωτικά στις θέσεις Προέδρου και Αντιπροέδρου. ‘Ετσι κατά διαστήματα που μένουν να ορισθούν η Κύπρος στο σύνολό της θα έχει αρχηγό κράτους που θα προέρχεται υποχρεωτικώς από τη μειοψηφία του πληθυσμού, θα είναι Τούρκος στην εθνότητα. Σε περίπτωση ασυμφωνίας Προέδρου και Αντιπροέδρου, αποφασιστικό λόγο θα έχει ο Πρόεδρος. Η ρύθμιση αυτή κρίνεται από πολλούς νομικούς λιγότερο λειτουργική και δημοκρατική από εκείνη της συνθήκης της Ζυρίχης (‘Ελληνας Πρόεδρος, Τούρκος αντιπρόεδρος με δικαίωμα βέτο) που κατέρρευσε ως μη λειτουργική, οδηγώντας στις διακοινοτικές ταραχές του 1963-64 και αργότερα στην τραγωδία του 1974. Σε περίπτωση αδιεξόδου στα νομοθετικά σώματα αναλαμβάνουν διάφορα όργανα στα οποία θα εκπροσωπούνται σε ίσο αριθμό οι εκπρόσωποι της πλειοψηφίας και της μειοψηφίας. Και αν διαπιστωθεί και πάλι αδιέξοδο, επανέρχονται οι ad hoc ξένοι δικαστές με αποφασιστική ψήφο επί ισοψηφίας των Κυπρίων, των οποίων τη συμπερίληψη στις κρατικές λειτουργίες είχε αποκλείσει στο πρόσφατο παρελθόν ο Πρόεδρος Χριστόφιας.

Σε όλα σχεδόν τα αξιώματα της Δημοκρατίας θα είναι υποχρεωτική η εκ περιτροπής ανάληψή τους από άτομα διαφορετικής εθνικότητας. ‘Ισως όμως η εκπληκτικότερη και πλέον πρωτότυπη στα παγκόσμια χρονικά πρόταση είναι η στάθμιση των ψήφων των πολιτών του κράτους ανάλογα με τη φυλετική τους καταγωγή, ώστε να είναι περισσότερο βαρύνουσα η ψήφος ενός Τουρκοκύπριου από την ψήφο ενός Ελληνοκύπριου πολίτη! Κατα την ελληνική πρόταση οι ψήφοι των Τουρκοκυπρίων πολιτών θα αβαντάρονται με ένα μπόνους 30%, που θεωρούν βεβαίως τελείως ανεπαρκές οι Τουρκοκύπριοι! Η τουρκική πλευρά ζητά επιπλέον να μην υπάρχει υπεροχή της Ομοσπονδίας επί των ομοσπόνδων περιοχών ή συνιστώντων κρατών και να έχουν τα τελευταία τη δυνατότητα να συνάπτουν κάποιας μορφής σχέσεις με το εξωτερικό.

Κατ’ ουσίαν, αν επέλθει συμφωνία στη βάση ‘οσων συγκλίσεων διαφαίνονται, θα υπάρχουν δύο κράτη στην Κύπρο, δυνάμενα να συνάπτουν περιορισμένες διεθνείς σχέσεις, με μια μάλλον εξασθενημένη κεντρική κυβέρνηση, που θα λειτουργεί με ένα εξαιρετικά περίπλοκο και μοναδικό στα διεθνή χρονικά τρόπο. Στην πράξη η κυριαρχία θα ασκείται από δύο διαφορετικές αστυνομίες και το κράτος δεν θα διαθέτει στρατό και δικαίωμα αυτοάμυνας. Η άμυνά του θα επαφίεται είτε στην καλή θέληση των γειτόνων του, είτε στην επαναφορά του συστήματος εγγυήσεων της Ζυρίχης, που επικαλέσθηκε όμως ακριβώς η Τουρκία για να δικαιολογήσει την εισβολή και έως τώρα κατοχή της μισής Κύπρου και η κατάργηση του οποίου συνιστά πάγια θέση όλων των ελληνικών και κυπριακών κυβερνήσεων μετά το 1974. Στο ζήτημα αυτό η ελληνική θέση δεν διατυπώνεται, σύμφωνα με το έγγραφο που είδε το φως της δημοσιότητας, ως απαίτηση κατάργησης του συστήματος εγγυήσεων, αλλά ως παραπομπή της σχετικής συζήτησης στη διαπραγμάτευση για θέματα ασφάλειας.

Θα πρέπει βεβαίως κανείς να αναμένει τη δημοσιοποίηση του συνόλου των θέσεων που έχουν υποβάλλει οι δύο πλευρές για να εξάγει οριστικά συμπεράσματα. Φαίνεται όμως ότι και πάλι τείνει να παραχθεί ένας διαδικαστικός δαίδαλος, προϊόν της συνήθους στο κυπριακό απόπειρας «τετραγωνισμού του κύκλου», να δημιουργηθεί δηλαδή ένα κράτος στο οποίο η πλειοψηφία και η μειοψηφία να είναι απολύτως ίσες, παρακάμπτοντας δηλαδή τη βασική δημοκρατική αρχή του κανόνα της πλειοψηφίας, με παράλληλη βέβαια σπουδαία κατοχύρωση των δικαιωμάτων της μειοψηφίας. ‘Ετσι η απάντηση στο κεντρικό ερώτημα κάθε συντάγματος «ποιος και πως θα κυβερνά το κράτος» εδόθη από μεν τη Ζυρίχη ως βέτο της μειοψηφίας, που οδηγούσε σε ακυβερνησία, από δε το σχέδιο Ανάν δια της υποταγής πλειοψηφίας και μειοψηφίας στην εξουσία ξένων δικαστών.

Είναι φανερό ότι το όλον θα χρειασθεί τεράστια αποθέματα καλής θέλησης για να μην «ανατιναχθεί» (στην πραγματικότητα άλλωστε η αυστηρή φυλετική διαφοροποίηση θα ντείνει τα αισθήματα μνησικακίας των αδικουμένων, και θα εμποδίσει την πραγματική όσμωση των δύο κοινοτήτων) όπως συνέβη με το καθεστώς της Ζυρίχης στο παρελθόν, υπό πολύ χειρότερους όμως σήμερα όρους και με ότι αυτό μπορεί να συνεπάγεται για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. ‘Αλλωστε στη μέχρι τώρα, μάλλον υποτυπώδη συζήτηση που έγινε στην Κύπρο (στην Ελλάδα δεν έγινε καθόλου!) δεν εμφανίσθηκαν επιχειρήματα υπέρ της βιωσιμότητας αυτών των διεθνών πρωτοτυπιών, αλλά επιχειρήματα κυρίως που αφορούσαν την αποδοχή από προηγούμενες κυπριακές κυβερνήσεις αναλόγων ρυθμίσεων, έστω και αν η αποδοχή αυτή ήρθε σε ευθεία σύγκρουση με τη λαϊκή ετυμηγορία του 2004.

‘Όπως ήταν αναμενόμενο, τα κυριότερα σημεία του εγγράφου Χριστόφια προς το Εθνικό Συμβούλιο «διέρρευσαν» στον κυπριακό τύπο, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει μέγας θόρυβος στην Κύπρο. Στην πραγματικότητα όμως το πρόβλημα είναι μάλλον το αντίστροφο, παρατήρησε ένας σχολιαστής στον «Φιλελεύθερο» της Λευκωσίας. Τα διαλαμβανόμενα στις διαπραγματεύσεις είναι απολύτως γνωστά στις ενδιαφερόμενες ξένες δυνάμεις, τα αγνοούν όμως οι πολίτες που θα ζήσουν στο μελλοντικό κράτος. ‘Ηδη, ορισμένα μέλη του Εθνικού Συμβουλίου προτίθενται να θέσουν το ζήτημα αυτό στην προσεχή συνεδρίαση, όπου θα εξετασθεί αναλυτικά το έγγραφο, υποστηρίζοντας ότι δεν έχει νόημα η εκ των υστέρων, μετά την υποβολή των προτάσεων ενημέρωση, ότι η διαπραγμάτευση έχει ξεφύγει από τα πλαίσια των προεκλογικών δεσμεύσεων του Προέδρου και ότι απαιτείται η διαβούλευση του λαού επί των προτάσεων, με τη μορφή είτε δημοψηφίσματος, είτε Συντακτικής Συνέλευσης. Η αντίφαση της διαδικασίας έγκειται στο γεγονός ότι κατ’ ουσίαν πρόκειται για συντακτική διαδικασία, επεξεργασία συντάγματος, μέσω μυστικών διαπραγματεύσεων και όχι με τα προσήκοντα όργανα στις Δημοκρατίες (αναθεωρητική ή συντακτική συνέλευση). ‘Όπως σημείωσε σχετικά ο Κώστας βενιζέλος στον Φιλελεύθερο: «υπάρχει και μια άλλη διάσταση. Της ενημέρωσης των πολιτών. ..Από τη στιγμή που γνωρίζουν τις θέσεις και οι δύο πλευρές, τα Ηνωμένα ‘Εθνη, οι Αμερικανοί, οι Εγγλέζοι, οι Γάλλοι, οι Ρώσσοι, οι Κινέζοι κ.α. …γιατί να θεωρείται κακό να γνωρίζουν και οι πολίτες, που θα αναλάβουν το βάρος της αποδοχής ή απόρριψης μιας συμφωνίας, αλλά και της εφαρμογής της».

‘Όπως σημειώνει μέλος του Εθνικού Συμβουλίου σε συζήτηση που είχε με τον «Κ.τ.Ε>» υπάρχει μια πληθώρα αδιευκρίνιστων σημείων στη διαγραφόμενη συμφωνία, μεταξύ των οποίων εκφράσεις που μπορούν να ερμηνευθούν ως αναγνώριση των πράξεων του ψευδοκράτους, όπως και παραπομπή σημαντικών ζητημάτων ασφάλειας κλπ. σε μελλοντικές συμφωνίες που πρόκειται να συναφθούν μεταξύ της κεντρικής κυβέρνησης και των συνιστώντων κρατών. Να σημειώσουμε ότι ο «Κ.τ.Ε. επεχείρησε επανειλημμένως να επικοινωνήσει με τον κυβερνητικό εκρπόσωπο της Λευκωσίας κ. Στεφάνου, για να λάβει την άποψή του και σχετικές διευκρινίσεις, χωρίς δυστυχώς επιτυχία.

Ανεξαρτήτως πάντως των όσων πρόκειται να διαμειφθούν στο Εθνικό Συμβούλιο της 10ης Μαρτίου, η ώρα της αλήθειας πλησιάζει για το μέλλον της Κυπριακής Δημοκρατίας και είναι αναπόφευκτο να φουντώσει η σχετική συζήτηση τους μήνες που έρχονται, κάτι που ίσως συμβάλει στην απομάκρυνση από έναν αφόρητο νομικισμό που δεν επιτρέπει στους Κύπριους πολίτες να επηρεάσουν ουσιαστικά το μέλλον τους. Αργά ή γρήγορα, το θέμα θα απασχολήσει, είτε το θέλυον, είτε όχι, και τις ελληνικές πολιτικές δυνάμεις, έστω και αν η μορφή του κυπριακού κράτους αφορά πρωτίστως τους Κυπρίους. ‘Ότι και να λέει οποιαδήποτε συμφωνία, πολλές δεκαετίες έχουν αποδείξει ότι είναι αδύνατο σε οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση να αδιαφορήσει για την τύχη 750.000 Ελλήνων, που δύσκολα άλλωστε θα μπορούσαν να έχουν κάποια ασφάλεια χωρίς την ρητή ή άρρητη ελληνική εγγύηση. Θα πρέπει όμως η μορφή της λύσης να επιτρέπει στην Ελλάδα την πρακτική εγγύηση της ασφάλειάς τους, όχι να καθιστά την Αθήνα όμηρο της καλής θέλησης ‘Αγκυρας, Λονδίνου και Ουάσιγκτον, σημειώνει πεπειραμένος διπλωμάτης στο ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών.

Δεν υπάρχουν σχόλια: