Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παγκοσμιοποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παγκοσμιοποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 20 Μαΐου 2009

Επαναδιαπραγμάτευση των όρων συμμετοχής μας στην ΟΝΕ.

Επαναδιαπραγμάτευση των όρων συμμετοχής μας στην ΟΝΕ.

Στο χώρο της Αριστεράς, γίνεται λόγος για έξοδο από την Ε.Ε.. Είναι βέβαια μια ένωση καπιταλιστών η οποία δεν τηρεί ούτε τις βασικές της αρχές, όπως της ελεύθερης μετακίνησης. Δεν ξεχνάμε πως ακόμα και Βουλευτής του Ελληνικού Κοινοβουλίου και άλλα πολιτικά πρόσωπα, εμποδίστηκαν να αποβιβαστούν στην Ιταλία, πηγαίνοντας στη διεθνή διαδήλωση της Γένοβα. Σε άλλες περιπτώσεις όμως, όπως στην περίπτωση που ο ευρωβουλευτής τότε, Α.Αλαβάνος προκάλεσε την οδηγία για τη μονιμοποίηση των συμβασιούχων, η συμμετοχή στην Ε.Ε. φάνηκε να βοηθά. Θέλει λοιπόν πολλή συζήτηση.
Το κυριότερο αυτή τη στιγμή είναι η σχέση μας με την ΟΝΕ.
Το 1999, ο Χανς Όλαφ Χένκελ, πρόεδρος των Γερμανών βιομηχάνων, σε συνέντευξη στη Λε Μόντ, είπε πως «κύρια ευεργετική συνέπεια του Ευρώ, είναι ότι εγκαθιστά επ’ άπειρον λιτότητα εισοδημάτων των εργαζομένων στην Ευρώπη. Καμιά Εθνική κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να επιτύχει αυτό το αποτέλεσμα». Η πιο πάνω δήλωση, δείχνει τον αληθινό λόγο δημιουργίας της ΟΝΕ. Στη χώρα μας με την ασταθή οικονομία η είσοδος στην Ο.Ν.Ε. παρουσιάστηκε ως σωτήρια, μπορούμε όμως τώρα να δούμε τα «ευεργετικά αποτελέσματα». Οι εξαγωγές της χώρας δεν αυξήθηκαν, ούτε βελτιώθηκε το εμπορικό ισοζύγιο. Οι μισθοί και οι συντάξεις καθηλώθηκαν τύποις – μειώθηκαν κατ’ουσία. Η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων παίρνει διαρκώς την κατιούσα. Ο πληθωρισμός, δεν έδειξε να φοβάται το νέο νόμισμα. Η κερδοσκοπία έγινε ο κανόνας στις εμπορικές συναλλαγές και στην παροχή υπηρεσιών (το μεγάλο πανηγύρι βέβαια το ζήσαμε όλοι την εποχή της μετάβασης στο ευρώ). Όσο για τους οικονομικούς δείκτες, τείνουν μα μας ξεπεράσουν και οι νέες χώρες της Ένωσης, αυτές δηλαδή της Ανατολικής Ευρώπης.
Η συνθήκη επιβάλει έλεγχο των οικονομικών της χώρας από την ΕΚΤ και της στερεί βασικά οικονομικά εργαλεία. Εργαλεία βέβαια που θα χρησιμοποιήσει μια άλλη –της Αριστεράς- κυβέρνηση, με λαϊκή στήριξη και συμμετοχή.
Πέρα από την ΟΝΕ όμως, ο ευρωστρατός, η Συνταγματική Συνθήκη, οι εργασιακές σχέσεις, η Αγροτική Πολιτική, είναι τομείς που θα χρειαστεί να δώσουμε πολύ μεγάλες μάχες... Ενωμένοι.

Τάσος Πανταζίδης

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2008

Η "ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΝΕΩΣΗ" ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ: Η ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ


Θέλουμε να ξεκινήσουμε με μια μικρή αναφορά στην παγκόσμια οικονομική κρίση, κρίση που στην πραγματικότητα ξεκίνησε στα τέλη Ιουλίου του 2007 και εντάθηκε ένα χρόνο αργότερα.

Η βασική αιτία για την κρίση είναι η εγγενής τάση του κεφαλαίου να αναζητά συνεχώς όχι απλά μεγαλύτερα κέρδη αλλά συνεχώς υψηλότερα ποσοστά κέρδους για να αναπαραχθεί , κι αυτή η κύρια και συνειδητή επιδίωξη του, υποβοηθήθηκε από την μεταρρύθμιση του κράτους μετά τις ιστορικές αλλαγές του 1989-1992 και την δραματική επιδείνωση των όρων της ταξικής πάλης εις βάρος των εργαζομένων. Χαρακτηριστικό της μεταρρύθμισης του κράτους ήταν η καταστροφή των μεταπολεμικών εξισορροπητικών οικονομικοκοινωνικών του όψεων («κοινωνικό κράτος»), η απόλυτη ποδηγέτηση του από το κεφάλαιο και η χρησιμοποίηση του ως βασικού πολιτικού εργαλείου (νεοφιλελευθερισμός) για την στήριξη των προτεραιοτήτων του κεφαλαίου. Ο αστικός ιδεολογικός λόγος αντιπαραθέτει τη διάκριση νεοφιλελευθερισμού και κρατισμού. Στην πραγματικότητα πρόκειται για την επιβολή ενός νεοφιλελεύθερου, και ιδιαίτερα αυταρχικού, κρατισμού δια του οποίου προωθήθηκαν σε παγκόσμιο επίπεδο:
Τα προγράμματα της ασύδοτης αποκρατικοποίησης-ιδιωτικοποίησης παραγωγικών μονάδων και υπηρεσιών
Η πλήρης απελευθέρωση της κίνησης κεφαλαίων και μάλιστα με τέτοιο τρόπο ώστε η διακρατική τους κίνηση συχνά να επιδοτείται από τις κυβερνήσεις είτε άμεσα είτε έμμεσα.
Η απελευθέρωση της κίνησης εμπορευμάτων και προϊόντων, με το κριτήριο της ασφάλειας να γίνεται ολοένα και λιγότερο σημαντικό.
Η προώθησης της ιδιωτικής παιδείας, υγείας και ασφάλισης, γενικότερα των δημόσιων αγαθών με αποτέλεσμα την μετακύλυση του κόστους στην πλάτη των εργαζόμενων προς όφελος και των ιδιωτικών επιχειρήσεων αλλά και του κράτους.
Η ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας,
Η εκτεταμένη μείωση για το κεφάλαιο του εργατικού και ασφαλιστικού κόστους με την πλήρη αποσύνδεση των μισθών από την αύξηση της παραγωγικότητας, με σχέσεις μισθωτής εργασίας χωρίς ασφαλιστική κάλυψη, με μείωση του μισθού των εργαζόμενων μέσω της μείωσης των εργοδοτικών εισφορών, με την επίθεση στο θεσμό των συλλογικών συμβάσεων εργασίας όπου υπήρχαν (κυρίως στη Δυτική Ευρώπη).
Η κλοπή των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων, κεφαλαίων που για τους κερδοσκόπους είναι αδιανόητο να μένουν εκτός της χρηματιστηριακής κερδοσκοπίας, και για το μπλοκ εξουσίας είναι απαραίτητα για να αυξάνεται η ρευστότητα και να απογειώνονται τα κέρδη του κεφαλαίου.
· Μέσα από αυτή τη διαδικασία εδραιώθηκε παραπέρα η κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Αυτό βαθμιαία κατάκτησε μια προνομιακή διείσδυση, επαγωγή και συγχώνευση όλων των οικονομικών μονάδων και δραστηριοτήτων (αγροτική και βιομηχανική παραγωγή, εμπόριο, μεταφορές, υπηρεσίες, έρευνα-ανάπτυξη) στις διαδικασίες της παγκοσμιοποιημένης αναπαραγωγής του. Εξουσιάζει την συγκρότηση και οργανώνει τις λειτουργίες της διεθνοποιημένης χρηματοοικονομικής αγοράς (τις συναλλαγματικές, τραπεζικές και χρηματιστηριακές ροές), ελέγχει και κατευθύνει τις αγορές των επενδυτικών κεφαλαίων, των εμπορευμάτων και της εργασιακής δύναμης. Σε αυτή του την κίνηση, το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο για να αναπαραχθεί καταστρέφει συνεχώς τα λιγότερο αποδοτικά κεφάλαια, επιχειρήσεις, ακόμη και κλάδους, τινάζει στον αέρα εθνικές οικονομίες. Αυτή η καταστροφή δεν έχει κανένα απολύτως δημιουργικό χαρακτήρα γιατί δεν καθοδηγείται από τις κοινωνικές αναγκαιότητες και δεν αφορά παρασιτικές και μη παραγωγικές δραστηριότητες. Αντίθετα, αφορά σε μεγάλο βαθμό παραγωγικές δραστηριότητες που είναι και απαραίτητες στους εθνικούς κοινωνικούς σχηματισμούς αλλά συχνά και κερδοφόρες. Απλά δεν είναι αρκετά κερδοφόρες σε σχέση με τις προσδοκίες υψηλής (και ολοένα και υψηλότερης) κερδοφορίας του κεφαλαίου. Αυτή η καταστροφή, σε συνδυασμό με την συμπίεση των εργατικών εισοδημάτων παγκόσμια οδήγησε στην επιδείνωση του βασικού προβλήματος του καπιταλισμού από το 1973 και μετά: σε υψηλά ποσοστά κέρδους με ταυτόχρονα χαμηλά επίπεδα συσσώρευσης πραγματικού (παραγωγικού) κεφαλαίου.
· Στην πορεία η δυνατότητα υψηλού ποσοστού κέρδους από τα χρηματοπιστωτικά παιχνίδια κατέστησε όλο και πιο ασύμφορη την παραγωγική χρήση των κεφαλαίων. Επειδή όμως καινούρια αξία παράγει μόνο η ανθρώπινη εργασία, η αύξηση των κερδών γινόταν όλο και δυσκολότερη. Αυτό οδήγησε το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο σε όλο και πιο επικίνδυνα κερδοσκοπικά παιχνίδια, στην δημιουργία χρηματιστικών «προϊόντων» που βασίζονταν σε απίθανα σενάρια αύξησης των κερδών, στην εκρηκτική αύξηση των τιμών του πετρελαίου αλλά και των αγροτικών προϊόντων. Αυτή η απογείωση της κερδοσκοπίας οδήγησε στην πείνα (και στην Αφρική στο θάνατο) εκατομμύρια ανθρώπους μέσα σε 1-2 χρόνια, επέφερε όλο και μεγαλύτερη καταστροφή. Η δοκιμασμένη συνταγή της καταφυγής και στην αγορά γης δεν μπορούσε να δώσει λύση. Ο φαύλος κύκλος που δημιουργήθηκε τέλειωσε με δραματικό τρόπο, με την εκτόξευση των πεινασμένων της γης στο 1 δις. ανθρώπων, με την εξαθλίωση χιλιάδων νοικοκυριών στην καρδιά του ανεπτυγμένου καπιταλισμού, τελικά με την κατάρρευση των τιμών γης στις ΗΠΑ και μαζί τους την κατάρρευση του οικοδομήματος.
· Η κρίση επομένως είναι κρίση της «πραγματικής οικονομίας» που συνετρίβη κάτω από την κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου. Τα κυβερνητικά σχέδια διάσωσης στις ΗΠΑ και την ΕΕ προσπαθούν κατ αρχήν να σώσουν το τραπεζικό σύστημα κοινωνικοποιώντας τις ζημιές, χωρίς να πειράζουν στο ελάχιστο τον τρόπο λειτουργίας τους. Ορισμένοι μάνατζερ (τα χρυσά παιδιά) γίνονται οι αποδιοπομπαίοι τράγοι του συστήματος που παραμένει αλώβητο. Είναι χαρακτηριστικό (και εξωφρενικό) ότι οι κυβερνήσεις δεν κάνουν τίποτα για να σταματήσουν την απότομη αύξηση των επιτοκίων των εμπορικών τραπεζών προς τις επιχειρήσεις και τους ιδιώτες ενώ μειώνουν τα επιτόκια δανεισμού προς τις τράπεζες και εγγυώνται πλήρως (με τους πόρους της κοινωνίας) τις διατραπεζικές συναλλαγές. Αυτή είναι η τέλεια συνταγή όχι για να σωθεί η πραγματική οικονομία αλλά για να γονατίσει ώστε να σωθούν οι τράπεζες από την κατάρρευση. Η εκτεταμένη ύφεση είναι σε μεγάλο βαθμό και αποτέλεσμα της προσπάθειας διάσωσης των τραπεζών.

Όμως το κύριο πρόβλημα είναι από ποιόν θα πληρωθεί μια τέτοια καταστροφή καθώς η στρατηγική του κεφαλαίου ήδη οδηγεί προς την κατεύθυνση μετατόπισης της κρίσης προς τους αδύναμους δηλαδή στις εργατικές τάξεις του ανεπτυγμένου καπιταλισμού καθώς επίσης στις αναπτυσσόμενες και φτωχές χώρες και στους λαούς τους. Στις ανεπτυγμένες οικονομίες η κρίση έχει περάσει στην παραγωγή με πρώτη συνέπεια την αύξηση των απολύσεων, την συρρίκνωση των μισθών, την απόπειρα πλήρους υποταγής των εργαζόμενων στις επιδιώξεις του κεφαλαίου, τελικά την μαζική «τριτοκοσμοποίηση» μεγάλου ποσοστού της εργατικής τάξης. Την κοινωνική έκρηξη που απειλεί το σύστημα καλείται να αποτρέψει η πολιτική των Ταμείων Φτώχειας και του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος. Στις υπόλοιπες χώρες μια νέα φάση μαζικής φτωχοποίησης προβάλει απειλητικά στον ορίζοντα και ταυτόχρονα μια σοβαρή κρίση υπερχρέωσης επέρχεται συμπληρωματική στην υπάρχουσα εξοντωτική επισιτιστική, ενεργειακή και οικολογική κρίση.
Η διαμόρφωση συνθηκών «εκτάκτου ανάγκης» για την χρηματοπιστωτική ολιγαρχία οδήγησε σε νέου τύπου πολιτικές «εθνικοποίησης-κρατικοποίησης» των ζημιογόνων τομέων ορισμένων τραπεζιτικών και ασφαλιστικών εταιριών (ΗΠΑ, Αγγλία). Στόχος είναι να ελεγχθεί η αποδόμηση της χρηματοοικονομικής αγοράς, να αποφευχθούν οι ταξικές κοινωνικές εκρήξεις και κυρίως να διατηρηθούν ανέπαφα τα συμφέροντα του άρχοντος μπλοκ εξουσίας. Συνακόλουθο αποτέλεσμα θα είναι ένας ελαφρύς περιορισμός της ανεξέλεγκτης αυτονομίας και ισχύος του διεθνούς χρηματοπιστωτικού–χρηματιστηριακού τομέα. Η επαναφορά μιας περιορισμένης μορφής προστατευτισμού είναι επίσης πιθανή. Η επάνοδος πάντως στη σοσιαλδημοκρατική-κεϋνσιανή κρατική πολιτική, που βασικό και ουσιαστικό της χαρακτηριστικό δεν είναι η κρατική απόκτηση μετοχών αλλά η πολιτικές εισοδηματικής αναδιανομής, και γενικότερα του «κοινωνικού κράτους» είναι αδύνατη με δεδομένη την ολιγαρχική εξουσία και το γεγονός ότι το βασικό πλαίσιο του καπιταλισμού δεν αλλάζει.
· Με αυτές τις εξελίξεις είναι σίγουρο ότι οι αγώνες για δικαιότερη κατανομή του εισοδήματος θα λάβουν εντονότερη και εκτατικότερη διάσταση. Το ζητούμενο είναι τα καθημερινά αιτήματα να συνδεθούν με τον ταξικό αγώνα για μια άλλη απελευθερωμένη κοινωνία. Η ανασύνταξη και αντεπίθεση της οργανωμένης εργατικής τάξης είναι απαραίτητο προαπαιτούμενο για κάτι τέτοιο.
Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
· Στην Ελλάδα, πέρα από το παραδοσιακά πανίσχυρο εφοπλιστικό κεφάλαιο και το παρεπόμενο ναυτιλιακό συνάλλαγμα, η αύξηση του ΑΕΠ των τελευταίων ετών βασίστηκε στην ιδιωτική κατανάλωση και τις κατασκευές, τα μεγάλα έργα μέχρι το 2004 και την οικοδομική δραστηριότητα όλη την περίοδο ήδη από το 1950 και τη σύγχρονη περίοδο περισσότερο μετά το 2004.(να σημειωθεί ότι οι νέες οικοδομές την επαύριο των Ολυμπιακών αγώνων, δηλ. το 2005 αυξήθηκαν κατά 35,2%, η συνεχιζόμενη όμως πολιτική λιτότητας και ο υπερδανεισμός δεν βοήθησαν να απορροφηθεί η προσφορά νέων κατοικιών και ακολούθησε μείωση 19,5% το 2006, 5% το 2007, και 15,2% το επτάμηνο του τρέχοντος έτους). Όλα αυτά, από τη στιγμή που το μερίδιο της εργασίας στον παραγόμενο πλούτο μειώνεται συνεχώς την τελευταία 20ετία, αναπτύχθηκαν χάρη στο δανεισμό των νοικοκυριών (το μερίδιο της εργασίας στο ΑΕΠ μειώθηκε από 58% στις αρχές του 80 στο 44% το 2006)..
· Από την άλλη μεριά συνεχίστηκε τόσο η αποβιομηχάνιση της χώρας – αυτής της ελαφράς βιομηχανίας που υπήρχε- όσο και η μείωση του αγροτικού πληθυσμού, μια συνεχιζόμενη αγροτική έξοδος προς τα αστικά κέντρα που στον πυρήνα της έχει διαδικασίες συγκέντρωσης γης σε λίγα χέρια με προοπτική την αστικοποίηση μεγάλου μέρους της γης αυτής. Αυτή η διαδικασία γίνεται προφανώς σε βάρος της αγροτικής παραγωγής(οι αγρότες μειώθηκαν από 710 χιλ. Το 1998 σε 518 χιλ. Στα μέσα του 2008.)Η στρατηγική λύση της κυβέρνησης είναι η παραπέρα τριτογενοποίηση της χώρας με έμφαση στον τουρισμό και η είσπραξη «διοδίων» από τα διάφορα δίκτυα που θα διατρέχουν τη χώρα. Το ειδικό χωροταξικό για τον τουρισμό και η ανάδειξη νέων μορφών τουρισμού (ιαματικός, συνεδριακός, οικοτουρισμός, θρησκευτικός, γκολφ) έχουν αυτή τη στόχευση. Η σύμφυση όμως του κράτους και του κυρίαρχου χρηματιστικού κεφαλαίου δίνει σε αυτή την επιλογή χαρακτηριστικά ληστείας του κοινωνικού πλούτου. Η δημόσια γη ξεπουλιέται, οι απαραίτητες υποδομές για τα δίκτυα (οδικά, ενεργειακά, λιμάνια) γίνονται με χαριστικούς όρους για το κεφάλαιο μέσω των ΣΔΙΤ, τεράστιες εκτάσεις δίνονται χάρισμα σε επενδυτές τουρισμού. Η χρήση των μοναστηριών (Μονή Τοπλού στην Κρήτη, Βατοπέδι κα) ως ενδιάμεσων γίνεται για να λυθούν νομικά κωλύματα στο ξεπούλημα δημόσιας γης και να επιταχυνθούν οι διαδικασίες. Εξίσου σημαντικό είναι το ότι η επιλογή αυτή οδηγεί σε παραπέρα διάλυση του παραγωγικού ιστού και κάνει τη χώρα ευάλωτη σε οικονομικές κρίσεις όπως αυτή που βιώνουμε σήμερα. Από αυτή την οπτική, η παραπέρα τουριστικοποίηση της Ελλάδας είναι σήμερα μια επιλογή καταστροφική που θα οδηγήσει τους εργαζόμενους σε ακόμη χειρότερη θέση.
· Στο επίπεδο των αναδιαρθρώσεων, οι κυβερνήσεις πρώτα του ΠΑΣΟΚ και κυρίως της ΝΔ από το 2004 και μετά, ακολούθησαν τις παγκόσμιες προσταγές του χρηματιστικού κεφαλαίου δηλαδή ιδιωτικοποιήσεις, ασφαλιστικό, φορολογική πολιτική, ακρίβεια, αυταρχισμός, κλοπή των αποθεματικών των ασφαλιστικών ταμείων, προσαρμοσμένα στην ελληνική πραγματικότητα. Η λύση που έχει έτοιμη η κυβέρνηση για τη σημερινή κρίση είναι η συνέχιση των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων της και η ενίσχυση των τραπεζών με 28 δις. Ευρώ. Για να καταλάβουμε τα μεγέθη, τα 28 δις. ισούται με το 45% των δαπανών του κρατικού προϋπολογισμού (65,5 δις ευρώ) ενώ το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων του 2009 είναι στο ύψος των 8,5 δις ευρώ. βέβαια το ποσό αυτό δεν αποτελεί άμεση ταμειακή εκροή, αλλά κυρίως εγγυήσεις και αγορές μετοχών τραπεζών ύψους 5 δις. Αυτά τα 5 δις όμως θα εκταμιευτούν πολύ σύντομα τη στιγμή που το πιο σύγχρονο νοσοκομείο, το Αττικό, υπολειτουργεί και οι εργαζόμενοι του απεργούν με αίτημα να στελεχωθεί, ενώ το ΤΕΙ Πειραιά ανέστειλε τη λειτουργία του επειδή δεν έχει χρήματα ούτε για να πληρώσει το ηλεκτρικό ρεύμα!!! Αυτή είναι η υποβάθμιση του δημόσιου τομέα για να θησαυρίζουν τα ιδιωτικά ΙΕΚ και Κέντρα Ελευθέρων Σπουδών, οι ιδιωτικές επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών υγείας, οι ιδιωτικές ασφαλιστικές.
· Με την παγκόσμια κρίση να οξύνεται, αυτή η κατάσταση οδηγεί στην μεγαλύτερη ενεργή είσοδο των εργαζόμενων στο πολιτικό προσκήνιο. Η ίδια η απονομιμοποίηση της νεοφιλελεύθερης μονοκρατορίας, που πήρε ιδιαίτερη έκφραση στην ασφαλιστική μεταρρύθμιση που συνεχίζεται και στο ζήτημα της ιδιωτικοποίησης της ανώτατης παιδείας, μαζί με τους κλαδικούς έντονους εργατικούς αγώνες που στοχεύουν στην ανατροπή ακριβώς των κυρίαρχων πολιτικών επιλογών (πχ. λιμενεργάτες ενάντια στην ιδιωτικοποίηση των λιμανιών, εργαζόμενοι Ολυμπιακής, ΔΕΗ), δείχνει ότι υπάρχουν όχι μόνο τμηματικές αντιστάσεις, αλλά και συνολική δυνατότητα άρνησης της αστικής επιθετικότητας.
Έχουμε διαπιστώσει σε πολιτική απόφαση της 3ης Πανελλαδικής μας Συνδιάσκεψης από τον Απρίλη του 2007 τα εξής: Η κατάσταση αυτή έχει οδηγήσει σε μια πρωτοφανή κρίση κοινωνικής νομιμοποίησης όχι μόνο των δύο κομμάτων εξουσίας (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ) και του δικομματισμού, αλλά του πολιτικού συστήματος συνολικά. Η κοινωνική απαίτηση για μια διαφορετική πολιτική που θα εξυπηρετεί τους εργαζόμενους είναι έντονη. Αλλά και η πεποίθηση ότι καμία από τις υπάρχουσες πολιτικές δυνάμεις δεν μπορεί να προωθήσει μια διαφορετική πολιτική είναι επίσης έντονη. Αυτό επιτείνει και τα φοβικά σύνδρομα, που καλλιεργούνται συστηματικά από τις κυρίαρχες τάξεις, στην προοπτική των ρήξεων με τις ασκούμενες πολιτικές.
Πιστεύουμε ότι αυτή η διαπίστωση είναι επίκαιρη και σήμερα. Ότι καμία από τις υπάρχουσες πολιτικές δυνάμεις δεν μπορεί να προωθήσει μια διαφορετική πολιτική. Και ο κύριος λόγος για αυτή την αδυναμία είναι ο ετεροκαθορισμός της πολιτικής των αριστερών κομμάτων αλλά και των αριστερών πολιτικών οργανώσεων και κινήσεων από τον δικομματισμό και την κυρίαρχη ιδεολογία. Από την εποχή που το ΠΑΣΟΚ μιλούσε για αλλαγή και η κομμουνιστική αριστερά για «πραγματική Αλλαγή», ήταν φανερός αυτός ο πολιτικός ετεροκαθορισμός. Αυτό έχει μια σειρά από συνέπειες:
1. Η αριστερά στο σύνολο της δεν επεξεργάστηκε μια ξεκάθαρη, εναλλακτική της κυρίαρχης, αντίληψη για την πορεία που πρέπει να ακολουθήσει ο ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός. Δηλαδή, δεν έχει μια καθαρή αντίληψη για το ποιες κοινωνικές ανάγκες πρέπει να ικανοποιηθούν και με ποια ιεράρχηση. Τι πρέπει να παραχθεί, με ποιό τρόπο να οργανωθεί η παραγωγή τους, ποιες πρέπει να είναι οι κυρίαρχες κοινωνικές τάξεις που θα οργανώσουν την παραγωγή, με ποιές εργασιακές συνθήκες και σχέσεις. Και ακόμη με ποιο εκπαιδευτικό σύστημα, που θα λαμβάνει υπόψην του τις παραγωγικές και κοινωνικές ανάγκες χωρίς να παραβλέπει την γνώση ως αυταξία. Και τελικά ποια πολιτική εξουσία θα διαχειριστεί το σχέδιο αυτό.
2. Ο ετεροκαθορισμός από το κυρίαρχο δικομματικό σύστημα, από την κυρίαρχη ιδεολογία τελικά, οδηγεί σε ετεροκαθορισμό και από τους κυρίαρχους μηχανισμούς του καπιταλιστικού κεφαλαίου σε τοπικό και παγκόσμιο επίπεδο. Δηλ. ετεροκαθορισμός από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το ΝΑΤΟ, τις μεγάλες πολυεθνικές, το παγκόσμιο χρηματιστικό κεφάλαιο. Αυτοί φτιάχνουν την ατζέντα που ακολουθούν και οι ελληνικές κυβερνήσεις. Η πολιτική αριστερά, μην έχοντας δική της, αυτόνομη ατζέντα, αναγκαστικά ακολούθησε μια αμυντική στάση. Οδηγηθήκαμε έτσι στην πολιτική των αρνητικών συνθημάτων (όχι στο Μααστριχτ, όχι στη Μπολόνια, όχι στην αναθεώρηση του Συντάγματος κλπ.) Δεν λέμε ότι αυτά τα όχι ήταν λαθεμένα ή οτι οι επεξεργασίες για τα ζητήματα δεν ήταν σωστές ή στη σωστή κατεύθυνση. Λέμε ότι τα συνεχή αρνητικά συνθήματα ενέγγραψαν στην κοινωνία τα αριστερά πολιτικά κόμματα ως κόμματα διαμαρτυρίας, χρήσιμα για να αμβλύνουν τις δυσάρεστες επιπτώσεις των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων αλλά αδύναμα να προτείνουν κάτι καινούριο.
3. Αυτός ο ετεροκαθορισμός της αριστεράς κορυφώθηκε την περίοδο 1989-90 κάτω και από το βάρος των παγκόσμιων ανατροπών σε βάρος της εργατικής τάξης. Η δημιουργία του ενιαίου Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου, αντί να την οδηγήσει σε ένα εναλλακτικό πρόγραμμα εξουσίας, την οδήγησε στη δορυφοροποίηση της στον δικομματισμό και στην (ρητά εκφρασμένη συχνά) επιδίωξη του ρόλου της συμπληρωματικής δύναμης πότε με το ένα και πότε με το άλλο κόμμα εξουσίας. Η συνεργασία με τη ΝΔ για να μπορέσει να γίνει κυβέρνηση, ακολουθήθηκε από την επιλεκτική συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ στις μονοεδρικές για να μην πάρει την εξουσία η ΝΔ, και με την συμμετοχή στην λεγόμενη οικουμενική. Κοντολογίς αντί η αριστερά να οξύνει την κρίση του δικομματισμού, τον βοήθησε να ορθοποδήσει χωρίς μάλιστα να αμφισβητήσει έστω και δευτερεύουσες πολιτικές επιλογές του συστήματος.
4. Η απόλυτη αποτυχία του ενιαίου Συνασπισμού και η διάσπαση με τραυματικό τρόπο όχι μόνο επέτεινε το πρόβλημα του ετεροκαθορισμού αλλά και ανέδειξε ως κυρίαρχη την επιδίωξη των 2 κοινοβουλευτικών κομμάτων για κυριαρχία εντός της αριστεράς. Το πρόβλημα είναι ότι η διαμάχη αυτή οδήγησε το σύνολο της αριστεράς σε μια εσωστρέφεια που κάνει κακό σε εκείνες τις κοινωνικές τάξεις που περιμένουν σήμερα από την αριστερά μια άλλη προοπτική. Δηλαδή κάνει κακό στα συμφέροντα των εργαζόμενων.
5. Αυτή η κατάσταση ετεροκαθορισμού από την κυρίαρχη πολιτική και εσωτερικής διαμάχης οδηγεί στην πολιτική πρακτική της διάσπασης των ταξικών δυνάμεων παντού. Στο συνδικαλιστικό κίνημα, στο κίνημα ειρήνης και στα λεγόμενα νέα κινήματα. Οι χωριστές συγκεντρώσεις δεν είναι το κύριο πρόβλημα. Η διάσπαση των δυνάμεων, η αντίληψη ότι ο βασικός εχθρός είναι ο εσωτερικός εχθρός, εντός του κινήματος, είναι το βασικό πρόβλημα. Αυτό οδηγεί στο φόβο των ηγεσιών των 2 κοινοβουλευτικών κομμάτων της αριστεράς απέναντι στην κίνηση των μαζών που δεν μπορούν να ελέγξουν, φόβο απέναντι στην μαζικοποίηση των αγώνων που είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την αλλαγή των συσχετισμών. Το κυριότερο, έχει οδηγήσει σε μια πρακτική στραγγαλισμού της αυτονομίας του εργατικού κινήματος. Και εργατικό κίνημα που δεν είναι αυτόνομο, δεν μπορεί να είναι αποτελεσματικό.

Ενώ λοιπόν οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το 60-65% της κοινωνίας δεν θέλει την πολιτική που ασκείται και από τα δύο κόμματα ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, ο δικομματισμός καλά κρατεί στην πρόθεση ψήφου. Κι αυτό γιατί δεν βλέπουν διέξοδο.
Η Κομμουνιστική Ανανέωση πιστεύει ότι στην σημερινή συγκυρία, με το κυρίαρχο νεοφιλελευθερισμό πλήρως απονομιμοποιημένο στην κοινωνία, δεν πρέπει να αντιτάξουμε "εναλλακτικές" αστικές πολιτικές – την επιστροφή, για παράδειγμα, σ έναν νέου τύπου αστικό κεϋνσιανισμό – αλλά την προοπτική του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας. Και η πάλη για τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας δεν μπορεί να είναι υπόθεση ενός μόνου κόμματος της Αριστεράς. Για να είναι αποτελεσματική αυτή η πάλη, απαιτείται ένα ευρύτερο μπλοκ – ένα Μέτωπο Πολιτικών και Κοινωνικών Δυνάμεων, με στόχο το Σοσιαλισμό.
Η δική μας πρόταση για το Μέτωπο αποβλέπει πρώτα απ όλα στην ενότητα της Εργατικής Τάξης, σημειώνοντας τον σημαντικό και αποφασιστικό ρόλο που διαδραματίζει, ως υποκείμενο του κοινωνικού μετασχηματισμού. Μία τάξη που είναι πλέον – και στην Ελλάδα – πολύγλωσση, πολύχρωμη. Στην αποκατάσταση της ενότητάς της, με τους ανέργους, τους "απασχολήσιμους", τους απόμαχους της δουλειάς. Να προωθήσει τη συμμαχία της εργατικής τάξης με τους εργαζόμενους αγρότες, την νεολαία, τους αυτοαπασχολούμενους σε παραγωγικές και κοινωνικά ωφέλιμες δραστηριότητες. Να διαμορφώσει το μπλοκ των δυνάμεων της εργασίας, της γνώσης, του πολιτισμού, της οικολογίας.
Στις δυνάμεις αυτές θα αναζητήσουμε το αντίπαλο δέος που όχι μόνο θα αντισταθεί στις συνέπειες των καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων, αλλά και θα έλθει σε ρήξη με το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα που τις παράγει, αμφισβητώντας τελικά την ίδια την αστική ηγεμονία, συγκροτώντας ένα πλατύ Μέτωπο Πολιτικών και Κοινωνικών Δυνάμεων σαφώς οριοθετημένο από το θεσμικό πλαίσιο και τις πολιτικές της ΕΕ, την κεντροαριστερά, τον κυβερνητισμό, την λογική συνδιαχείρισης του αστικού συστήματος. Ένα Μέτωπο που μέσα από ένα Ριζοσπαστικό Πρόγραμμα θα συνδέει τα άμεσα αιτήματα, την πάλη δηλαδή ενάντια στον κυρίαρχο σήμερα νεοφιλελευθερισμό, με τον αγώνα για Εργατική Εξουσία, για το Σοσιαλισμό. Σε ένα τέτοιο μέτωπο ισχύει η φράση "βαδίζουμε χώρια κτυπάμε μαζί", που σημαίνει ότι η ενότητα στη δράση δεν συνοδεύεται από κανενός είδους παραχώρηση στην οργανωτική αυτοτέλεια ή από ιδεολογικές παραχωρήσεις.
Το Ριζοσπαστικό Πρόγραμμα πρέπει σήμερα να εκφράζει τις οικονομικές, κοινωνικές, πολιτιστικές ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας σήμερα. Πρώτιστα πρέπει να εκπονηθεί ένα πρόγραμμα παραγωγικής αναδιάρθρωσης όλων των τομέων και κλάδων της οικονομίας με γνώμονα τις ανάγκες των εργαζόμενων. Σ’ αυτό το σχέδιο θα συνδυάζονται η καταγραφή των κοινωνικών αναγκών και των παραγωγικών δυνατοτήτων, η ποσοτική και ποιοτική καταγραφή μέσων και στόχων, η προστασία της εγχώριας παραγωγής. Ακόμη οι θεσμικές και οργανωτικές προϋποθέσεις για την ικανοποίηση των αναγκών αυτών.
Οι εργαζόμενες τάξεις της πόλης και της υπαίθρου έχουν σήμερα τη δυνατότητα να εκπονήσουν ένα τέτοιο πρόγραμμα και να επιχειρήσουν παλεύοντας για την εφαρμογή του. Η ανοιχτή, ενεργή, δημοκρατική συμμετοχή τους στην εκπόνηση του προγράμματος δεν είναι απλά ένα διαδικαστικό, οργανωτικό ζήτημα. Είναι το κρίσιμο σημείο για την πολιτική ανασυγκρότηση της εργατικής τάξης και παραπέρα της αυθεντικής έκφρασης των αναγκών της Ελληνικής κοινωνίας και των προτάσεων για την υλοποίησή τους.
Κι αυτό για μια σειρά από λόγους. Πρώτον, γιατί η αδυναμία της πολιτικής αριστεράς να προβάλλει ένα ρεαλιστικό πρόγραμμα εξουσίας έγινε προφανής μετά τις εκλογές του 2007 και οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στην πολιτική των κλειστών θυρών απέναντι στην ίδια την εργαζόμενη κοινωνία. Δεύτερον, γιατί η ιδεολογική τρομοκρατία που ασκούν οι αστικοί μηχανισμοί μπορεί να ανατραπεί στις συνειδήσεις μόνο με την ανοιχτή, δημοκρατική συμμετοχή των εργαζόμενων στις συνδικαλιστικές και πολιτικές διαδικασίες. Τρίτον, γιατί ο κρατικός και εργοδοτικός αυταρχισμός ήδη εντείνονται με το πρόσχημα της κρίσης (και πρώτο, άμεσο θύμα τους μετανάστες) και μόνο η μαζική, οργανωμένη, ταξική κοινή δράση των εργαζόμενων θα τον ανατρέψει. Και τέλος, γιατί έτσι κι αλλιώς, ιστορικά, οι μεγάλες νίκες της εργατικής τάξης συνδέονταν πάντα με την ανοιχτή, ενεργή, δημοκρατική συμμετοχή της στις πολιτικές διεργασίες.

Η σημερινή μας συμβολή στη συγκρότηση του Μετώπου είναι η πρόταση 10 αξόνων για τη διαμόρφωση αυτού του ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ.

ΘΕΣΕΙΣ – ΑΞΟΝΕΣ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΝΕΩΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΕΝΟΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ ΤΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ
1. Κατοχύρωση και διεύρυνση της λαϊκής και εθνικής κυριαρχίας. Κατάργηση όλων των συμφωνιών, διμερών – πολυμερών, που βλάπτουν τα συμφέροντα του λαού και της χώρας
2. Εθνικοποίηση στρατηγικών κλάδων της οικονομίας (ενέργεια, τηλεπικοινωνίες, μεταφορές, χρηματοπιστωτικό σύστημα, φαρμακοβιομηχανία).
3. Διατήρηση των ακτών, δασών, ορεινών όγκων, υπεδάφους και οικοσυστημάτων ως δημόσιων αγαθών. Επαναδημοσιοποίηση όσων επιχειρήσεων, υπηρεσιών, λειτουργιών (ελεύθερων χώρων, ακίνητης περιουσίας κλπ.) έχουν ιδιωτικοποιηθεί. Αποκλειστικά δημόσια δωρεάν υγεία και παιδεία.
4. Κατοχύρωση εγγυημένων ικανοποιητικών τιμών των αγροτικών προϊόντων που να καλύπτουν το κόστος παραγωγής και το κόστος της ζωής. Παραγωγικός συνεταιρισμός των εργαζομένων αγροτών για την πολύπλευρη ανάπτυξη του αγροτικού τομέα, για την εξασφάλιση της διατροφικής επάρκειας και ασφάλειας της χώρας.
5. Γενναία, σε επίπεδο αξιοπρεπούς διαβίωσης αύξηση μισθών -ημερομισθίων, καθιέρωση αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής στην βάση εργατικού τιμαρίθμου. Κατάργηση όλων των μορφών ευέλικτης, προσωρινής και μερικής απασχόλησης στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα και τη μείωση των ωρών εργασίας.
6. Εξασφάλιση των δημοκρατικών δικαιωμάτων και κατάργηση όλων των διακρίσεων και των αντιδημοκρατικών - αντεργατικών νόμων
7. Προώθηση ενός κλιμακούμενου προγράμματος ουσιαστικής δημοκρατικής αποκέντρωσης
8. Δημοκρατική εξυγίανση των μέσων μαζικής ενημέρωσης
9. Δημοκρατική αναδιοργάνωση και επαναπροσδιορισμός του ρόλου των ενόπλων δυνάμεων και των σωμάτων ασφαλείας.
10. Λαϊκό δημοκρατικό Σύνταγμα – Συντακτική Συνέλευση- Συνταγματική κατοχύρωση του εργατικού και κοινωνικού ελέγχου.

ΚΡΙΣΗ του ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ή ΚΡΙΣΗ της ΕΡΓΑΣΙΑΣ;

του Δημήτρη Α. Κατσορίδα*
7/11/2008

Είναι, πλέον, γνωστό ότι ο βασικότερος λόγος της χρηματοπιστωτικής κρίσης είναι η ανεξέλεγκτη χορήγηση δανείων για αγορά κατοικιών και τοποθετήσεων υψηλού κινδύνου, από μέρους των τραπεζών, ώστε να δημιουργήσουν προϋποθέσεις υψηλής κερδοφορίας. Δηλαδή, το κεφάλαιο, προκειμένου να επεκτείνει τα κέρδη του, αύξησε την κατανάλωση, όχι όμως μέσω της αύξησης των μισθών, οι οποίοι βρίσκονται σε πολύ χαμηλά επίπεδα, αλλά με τη χορήγηση επισφαλών δανείων για αγορά κατοικίας σε ανθρώπους, οι οποίοι δεν είχαν κανένα οικονομικό πόρο για να την αγοράσουν. Έτσι, δημιουργήθηκε μια χρηματιστηριακή φούσκα, ένα «χρηματιστήριο κατοικίας» με τιμές που δεν είχαν σχέση με το κόστος. Και όπως γνωρίζουμε οι φούσκες είναι φτιαγμένες για να σκάνε. Την ίδια στιγμή, βέβαια, τα δάνεια χρησιμοποιήθηκαν από τους κρατούντες και ως μέσο για την υπονόμευση των κοινωνικών αγώνων και την περαιτέρω πειθάρχηση της εργατικής τάξης. Διότι, όταν το χρέος γίνεται ο βασικός τρόπος βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου των πιο φτωχών κοινωνικών στρωμάτων, τότε οι χρεωμένοι μισθωτοί αναγκάζονται να εργάζονται περισσότερο, να είναι πιο παραγωγικοί και πιο πειθήνιοι, ώστε να μπορούν να αποπληρώνουν τις δόσεις των δανείων τους.

Όμως, αυτή η τακτική του συστήματος αποδείχτηκε και η αδυναμία του. Διότι, ο χρεωμένος μισθοσυντήρητος και ο επισφαλής εργαζόμενος δεν είχαν τη δυνατότητα να πληρώσουν τα δάνειά τους, όταν οι τράπεζες άρχισαν να αυξάνουν τα επιτόκια. Αυτό ήταν η απαρχή της χρηματοπιστωτικής κρίσης.

Τελικά, ποιος είναι ο χαρακτήρας της τωρινής κρίσης;

Με βάση τα μαρξιστικά εργαλεία υπάρχουν διάφορες ερμηνείες της κρίσης, με πιο δημοφιλή αυτήν της κρίσης υπερσυσσώρευσης.

Κατά τη γνώμη μου, η παρούσα κρίση είναι στο πλαίσιο του οικονομικού κύκλου. Είναι κρίση ρύθμισης του χρηματιστικού κεφαλαίου, το οποίο είναι υπερβολικά ελεύθερο στον τρόπο που λειτουργεί, ενώ έχει πιο πολύ τα χαρακτηριστικά ενός σοβαρού ρήγματος στις διαδικασίες αναπαραγωγής και όχι τα τυπικά χαρακτηριστικά μιας κρίσης υπερσυσσώρευσης, όπως διατείνονται αρκετές αναλύσεις στον χώρο της Αριστεράς. Και λέμε ρήγμα στις διαδικασίες αναπαραγωγής, με την έννοια ότι εκδηλώθηκε με υπερπαραγωγή κυρίως στον τομέα της αγοράς των κατοικιών και συνακόλουθες χρεοκοπίες τραπεζών, η οποία όμως τείνει να μεταφερθεί στην πραγματική οικονομία, με κλείσιμο επιχειρήσεων ή μείωση της παραγωγής, αύξηση των απολύσεων και της ανεργίας, συρρίκνωση της ζήτησης και άρα οικονομική ύφεση. Όμως, η οικονομική κρίση λειτουργεί, ταυτόχρονα, εκκαθαριστικά για το καπιταλιστικό σύστημα και για τα συσσωρευμένα προβλήματά του, μέχρις ότου αποκατασταθεί εκ νέου η διαταραγμένη ισορροπία του οικονομικού κυκλώματος.

Τι είναι, όμως, η κρίση υπερσυσσώρευσης; Με πολύ απλά λόγια είναι η ύπαρξη υπερβολικά πολλών κεφαλαίων και άρα προϊόντων σε σύγκριση με τη δυνατότητα για ζήτηση, τα οποία δεν μπορούν να αξιοποιηθούν επαρκώς. Και δεν μπορεί το πλεονάζον κεφάλαιο να αξιοποιηθεί επαρκώς όταν γίνεται «… ανίκανο να εκμεταλλεύεται την εργασία στο βαθμό εκείνο της εκμετάλλευσης που απαιτεί η ΄΄υγιής’’, ΄΄ομαλή’’ ανάπτυξη του κεφαλαιοκρατικού προτσές παραγωγής…» (Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόμος τρίτος, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1978, σελ. 323).

Με βάση αυτή την προσέγγιση η χρηματοπιστωτική κρίση που διανύουμε δεν είναι μια κλασική κρίση υπερσυσσώρευσης. Και αυτό για τους εξής λόγους:

Πρώτον, το καπιταλιστικό σύστημα έχει προχωρήσει σε όλες τις αναγκαίες αντι-μεταρρυθμίσεις (ιδιωτικοποιήσεις, διαρθρωτικές αλλαγές στην αγορά εργασίας, αποδυνάμωση των συνδικάτων, κλπ.) που εμπόδιζαν την εύρυθμη λειτουργία του, επαναπροσδίδοντας στην οικονομία το χαμένο δυναμισμό της. Η διαμόρφωση ενός φτηνού, ευέλικτου και δίχως συνδικαλιστική δύναμη εργατικού δυναμικού, δημιούργησε τις προϋποθέσεις για τη μείωση του κόστους παραγωγής, την επανάκτηση του ποσοστού του κέρδους και της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων, ως αποτέλεσμα μιας ιστορικής ήττας της εργατικής τάξης, η οποία επέτρεψε μια δραματική αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων υπέρ του κεφαλαίου. Ταυτόχρονα, η φτώχεια και η ανισότητα, έχουν επιδεινώσει ακόμη περισσότερο την κατάσταση της εργατικής τάξης.

Δεύτερον, τα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων έχουν και πάλι διευρυνθεί, ενώ, κατά πως φαίνεται, έχει αποκατασταθεί το ποσοστό κέρδους, το οποίο βρίσκεται περίπου στα ίδια επίπεδα με αυτό της δεκαετίας του 1960. Σύμφωνα με παλαιότερα στοιχεία του Μichel Ηusson (αναφέρεται στο Τ. Αναστασιάδης, «Το χρηματιστικό κεφάλαιο στο σύγχρονο καπιταλισμό», στη μπροσούρα: Χρηματιστικό κεφάλαιο και κερδοσκοπία, έκδοση του Μαρξιστικού Ομίλου Οικονομικών και Κοινωνικών Μελετών, Αθήνα 1999), πριν από το 1974 (περίοδος της αναπτυξιακής φάσης) το ποσοστό του κέρδους ήταν υψηλό (16%, περίπου, μέσος όρος, κατά τη δεκαετία του 1960). Κατόπιν παρουσίασε πτώση, αγγίζοντας το 12% και 10% κατά τα έτη 1974 και 1980 αντίστοιχα και μόνο μετά το 1983, δηλαδή με την εισαγωγή των νεοφιλελεύθερων πολιτικών, άρχισε να εμφανίζει, πάλι, σημάδια ανάκαμψης, ενώ αποκαθίσταται στα επίπεδα του 15%, κατά τη δεκαετία του 1990. Εδώ είναι αναγκαίο να επισημάνουμε ότι μια μικρή πτώση στο ποσοστό κέρδους που παρουσιάζεται τα τελευταία χρόνια είναι, μάλλον, στο πλαίσιο των διακυμάνσεών του. Και αυτό οφείλουμε να το επισημάνουμε και φυσικά να παρακολουθούμε τα στοιχεία, ώστε να δούμε αν ισχύει κάτι τέτοιο. Διότι, άλλο πράγμα είναι οι διακυμάνσεις στο ποσοστό κέρδους και άλλο η πτώση του ποσοστού κέρδους.

Τρίτον, έχει γίνει σε εκτεταμένη κλίμακα εισαγωγή των νέων τεχνολογιών στην απασχόληση, καθώς επίσης έχουν επέλθει μεγάλες αλλαγές στην οργάνωση της εργασίας στο εσωτερικό των επιχειρήσεων.

Τέταρτον, η διεθνοποίηση των οικονομιών σε συνδυασμό με την ευρωπαϊκή ενοποίηση, δημιούργησε νέες μεγάλες αγορές. Το άνοιγμα της τεράστιας αγοράς της Κίνας, της Ινδίας, της Ρωσίας, της Βραζιλίας και των χωρών του πρώην λεγόμενου υπαρκτού «σοσιαλισμού», έδωσε τη δυνατότητα να αγοραστούν ή να εγκατασταθούν επιχειρήσεις, στις οποίες εργάζονται εργάτες και εργάτριες με χαμηλό εργατικό κόστος. Ήταν, λοιπόν, λογικό ότι αυτή η τεράστια αγορά, η οποία περιλαμβάνει φθηνούς, πειθήνιους και μορφωμένους εργάτες, να προσελκύσει την προσοχή των αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών.

Αν συντρέχουν όλα τα παραπάνω, τότε δεν έχουμε κρίση υπερσυσσώρευσης όπου το κεφάλαιο είναι «… ανίκανο να εκμεταλλεύεται την εργασία στο βαθμό εκείνο της εκμετάλλευσης που απαιτεί η ΄΄υγιής’’, ΄΄ομαλή’’ ανάπτυξη του κεφαλαιοκρατικού προτσές παραγωγής…», όπως έλεγε ο Μαρξ, αλλά ακριβώς το αντίθετο: την ικανότητα του κεφαλαίου να εκμεταλλεύεται την εργασία χωρίς προσκόμματα.

Επιπροσθέτως, αν δεχθούμε τις μαρξιστικές ερμηνείες της καπιταλιστικής κρίσης, οι οποίες θεωρούν ότι το ποσοστό κέρδους είναι άμεσα συνδεδεμένο με την τεχνολογική πρόοδο και την συσσώρευση κεφαλαίου, τότε συμπεραίνουμε ότι η είσοδος των νέων τεχνολογιών στην παραγωγή, η αύξηση της παραγωγικότητας και ιδιαίτερα η αποκατάσταση του ποσοστού κέρδους σε υψηλά επίπεδα είναι βασικοί όροι για να πούμε ότι η τωρινή κρίση δεν είναι κρίση υπερσυσσώρευσης.

Παρ’ όλ’ αυτά, μόνο ένα ενδεχόμενο υπάρχει για ξέσπασμα δομικής κρίσης: να μην μπορούν οι κυβερνήσεις να ελέγξουν τα προβλήματα στον χρηματοπιστωτικό τομέα, σε συνδυασμό με την άνοδο των τιμών των πρώτων υλών και με την άνοδο των κοινωνικών αγώνων. Ιδιαίτερα για το τελευταίο σημείο και λαμβάνοντας υπόψη τους υπάρχοντες συσχετισμούς δύναμης, κατά πως φαίνεται, το καπιταλιστικό σύστημα δεν διατρέχει, ακόμη, κίνδυνο. Αντιθέτως, αυτό το οποίο έχουμε, δεν είναι κρίση του συστήματος, εφόσον δεν συντρέχουν λόγοι απειλής του από την εργατική τάξη, αλλά κρίση της εργασίας, με την έννοια ότι υπάρχει ακόμη ανεργία, χαμηλοί μισθοί, φτώχεια, κλπ.

Επομένως, η αναγνώριση της υπάρχουσας κατάστασης της εργατικής τάξης είναι η αναγκαία αφετηρία για την αντιμετώπιση της πραγματικότητας και για τους όρους υπέρβασής της. Δηλαδή, να αναγνωρίσουμε ότι δεν έχει αλλάξει, ακόμη, η συγκυρία στην ταξική πάλη, πως δεν έχει διαμορφωθεί μια νέα εργασιακή ηθική και πως τα νέα στρώματα της εργατικής τάξης δεν έχουν αποκτήσει συνείδηση του ρόλου και του έργου τους.

Κατά συνέπεια, ως Αριστερά, έχουμε αρκετό δρόμο να διανύσουμε, ώστε να βρούμε τους τρόπους έκφρασης, οργάνωσης και εκπροσώπησης μιας νέας κοινωνικής συμμαχίας.

* Το εν λόγω κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Η Εποχή, στο ένθετο «εντός εποχής», στις 7/12/2008.

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2008

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΛΛΗΝΟΡΩΣΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΠΡΙΟΣΕΓΓΙΣΗ

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου (*)


Κυρίες και Κύριοι, αγαπητοί φίλοι,

Ευχαριστώ πολύ τους οργανωτές για την πρόσκλησή τους να μιλήσω σε αυτό το Φόρουμ και τους συγχαίρω για την πρωτοβουλία τους, μια πρωτοβουλία που, τολμώ να πω, μάλλον άργησε πολύ στην πραγματικότητα. Το δυναμικό των ελληνορωσικών σχέσεων είναι τεράστιο, δυστυχώς όμως, σπάνια στην ιστορία μας, υλοποιήθηκε. Κάλλιο αργά βέβαια παρά ποτέ, λέει ο λαός μας.

Ο τέως Υπουργός Εξωτερικών, ο Πέτρος Μολυβιάτης μου διηγήθηκε μια μέρα τη συζήτηση που είχε με τον πρώην σοβιετικό Πρόεδρο Μιχαήλ Γκορμπατσώφ, καθώς τον συνόδευε στο αεροδρόμιο, μετά από μια επίσκεψή του στην Αθήνα. Ο Γκορμπατσώφ εξέφρασε την ικανοποίησή του για τη συνομιλία με τον Καραμανλή και την προθυμία του να κάνει κάτι για την Ελλάδα. Αυτό που μπορείτε να κάνετε για την Ελλάδα, αλλά και για τον κόσμο όλο, του απάντησε ο Μολυβιάτης, είναι να ξαναγίνετε μεγάλη δύναμη. Ακούγοντας τον ο Μιχαήλ Σεργκέγιεβιτς, συγκινημένος, έσκυψε και τον φίλησε.

Γιατί ένας συντηρητικός ‘Ελληνας διπλωμάτης και πολιτικός να επιθυμεί τόσο πολύ μια ισχυρή Ρωσία; Γιατί ένας Μακάριος, που ξεκίνησε με πολύ φιλοαμερικανικές και συντηρητικές ιδέες την πολιτική του διαδρομή, στέλνει το 1964 τον Βάσσο Λυσσαρίδη να συναντήσει στο Σότσι τον Νικήτα Χρουστσώφ, για να ζητήσει τη συνδρομή των Σοβιετικών προς την απειλούμενη Κύπρο; Κι όταν ο Βάσσος Λυσσαρίδης ρώτησε τον Χρουστσώφ, αν θα βοηθήσει την Κυπριακή Δημοκρατία απέναντι στις ήδη εκδηλούμενες απειλές της Τουρκίας, ο Γενικός Γραμματέας τούδειξε τις εληές που τρώγανε και τούπε «είναι από τη χώρα σου». Κυπριακές είναι; ρώτησε ο Λυσσαρίδης. ‘Οχι ελληνικές, του απάντησε ο σοβιετικός ηγέτης, προτού του πει ότι η χώρα του δεν θα επιτρέψει στην Τουρκία να υλοποιήσει τις απειλές της. Το αποτέλεσμα της συνομιλίας ήταν η σοβιετική προειδοποίηση προς την Ουάσιγκτον και η επιστολή Τζόνσον στον Ινονού που ακολούθησε αποτρέποντας, τότε, την τουρκική επέμβαση.

Η στάση του Μολυβιάτη ή του Μακάριου δεν είναι μια παράξενη εξαίρεση. Ακόμα και στο απόγειο του Ψυχρού Πολέμου, τη στιγμή που δύο πάνοπλοι συνασπισμοί απειλούσαν να αφανίσουν ο ένας τον άλλο και η Ευρώπη είχε χωριστεί από μια αδυσώπητη σύγκρουση ιδεών και αξιών, που όμοιά της ίσως δεν γνώρισε ποτέ μετά τους θρησκευτικούς πολέμους, και πάλι ο ελληνικός και ο ρωσικός χώρος έμοιαζαν να θέλουν να συντηρήσουν αυτή την ιδιαίτερη δική τους σχέση, να την προστατεύσουν όσο γινόταν από τις τιτανομαχίες στις οποίες είχαν εμπλακεί, σε ένα μακρότερο θάλεγα επίπεδο ιστορικού χρόνου. Αν για τους ‘Ελληνες αριστερούς, ήταν φυσική η συμπάθεια προς τη σοβιετική Ρωσία, δεν είναι όμως καταρχήν τόσο εύκολα κατανοητή η ίδια συμπάθεια, προερχόμενη από την σφόδρα αντικομμουνιστική και έντονα φιλοαμερικανική συντηρητική παράταξη της χώρας.

Τι είναι άραγε αυτό που συνδέει τους ‘Ελληνες με τους Ρώσους τόσο μοναδικά ιδιαίτερο, ακόμα κι όταν το κοινωνικό καθεστώς και η διεθνής ένταξη των δύο χωρών βρέθηκαν στους αντίποδες; Γιατί η πολιτική φιλίας με τη Ρωσία είναι, διαχρονικά και ανεξάρτητα συχνά παρατάξεων, τόσο δημοφιλής στον ελληνικό λαό, συχνά και στην ηγεσία του; Στο κάτω κάτω, δεν λείπουν και οι διαφορές ανάμεσα στις δύο χώρες. Οι ‘Ελληνες διακρινόμαστε για τον έξαλλο και αυτοκαταστροφικό, έστω κι αν καμμιά φορά μπορεί να γίνει και τόσο γοητευτικός, ατομικισμό μας. Οι Ρώσοι είναι ο πιο συλλογικός λαός της Ευρώπης, έστω κι αν η συλλογικότητα αυτή πήρε ενίοτε πολύ δεσποτικές μορφές και έγινε βραχνάς στην εξέλιξη της ίδιας της Ρωσίας και όλης της Ευρώπης. Και οι ‘Ελληνες και οι Ρώσοι είναι λαοί πολύ δύσκολοι να κυβερνηθούν, η σχέση του ‘Ελληνα όμως και η σχέση του Ρώσου με την εξουσία είναι πολύ διαφορετικές.

Αλλά τι εξηγεί άραγε και τον τρόμο, την απέχθεια, που τόσο φανερά προκαλεί οποιαδήποτε ελληνορωσική προσέγγιση, τόσο φυσιολογική μεταξύ δύο ομοδόξων και ιστορικά συνδεόμενων εθνών, στις δύο Αυτοκρατορίες που διαφέντεψαν τον κόσμο μας τους τελευταίους αιώνες, την αγγλική και την αμερικάνικη; Ποιόν κίνδυνο για την δική τους εξουσία τους μοιάζουν να αναγνωρίζουν διαχρονικά σε οποιαδήποτε στενότερη σχέση Ελλάδας και Ρωσίας; Μια ανεξάρτητη Ελλάδα είναι παραλογισμός. Η Ελλάδα μπορεί να είναι είτε αγγλική, είτε ρωσική κι αφού δεν πρέπει να είναι ρωσική θα είναι οπωσδήποτε αγγλική υποστηρίζει στα μέσα του 19ου αιώνα ο Sir Edmund Layons, Βρετανός Πρέσβης στην Αθήνα. Ενάμισυ αιώνα αργότερα, ο θεωρητικός της σύγκρουσης των πολιτισμών Σάμιουελ Χάντιγκτον κατηγοριοποιεί, από κοινού και με ελάχιστα συγκαλυμμένη εχθρική διάθεση, στον «ορθόδοξο κόσμο» Ελλάδα και Ρωσία και ο Μάθιου Μπράιζα από το Στέιτ Ντηπάρτμεντ, μας εξηγεί γιατί δεν πρέπει να θέλουμε και να χρειαζόμαστε ελληνορωσικούς αγωγούς αερίου και πετρελαίου.

Μερικοί θα αποδώσουν τον βαθύ, επίμονο ελληνορωσικό «έρωτα» στο διάβα των αιώνων, στον ρόλο της θρησκείας. Είναι σωστό, αλλά μόνο εν μέρει. Και πάντως σήμερα, κατά τη δικιά μου τουλάχιστον άποψη, ξέρω ότι αρκετοί μπορεί να διαφωνήσετε, η θρησκεία δεν παίζει στην πραγματικότητα καθοριστικό ρόλο, ούτε στην ρωσική μετασοβιετική κοινωνία, ούτε στην Ελλάδα. Οπωσδήποτε δεν παίζει τον ρόλο που παίζει αίφνης ο καθολικισμός σε χώρες όπως η Πολωνία, η Ισπανία, η Ιρλανδία, για να μη μιλήσουμε για το Ισλάμ. Ακόμα κι όταν σημειώνεται μια ενδυνάμωση του ρόλου της, αυτή η ενδυνάμωση έχει μάλλον να κάνει με τον ρόλο της ως πολιτικού δόγματος, «μεταβατικής» πολιτικο-ιδεολογικής άμυνας απέναντι στην «παγκοσμιοποίηση», σε ένα διεθνές περιβάλλον ήττας του «σοσιαλισμού» και αποδοκιμασίας του «εθνικισμού», παρά με μια πραγματική εμβάθυνση του θρησκευτικού συναισθήματος ή του ρόλου του στην κοινωνική οργάνωση.

Δεν θέλω με αυτά να υποτιμήσω τον ρόλο της κοινής θρησκευτικής πίστης στην εμφάνιση της ελληνορωσικής φιλίας και στη μεγάλη σημασία που και σήμερα μπορεί να έχει ως παράγων προσέγγισης των δύο εθνών. Αν όμως είναι ένα από τα αίτια της προσέγγισης, στην πραγματικότητα, η κοινή θρησκευτική επιλογή είναι ομοίως και αντανάκλαση μιας βαθύτερης κοινότητας, παρά τις πολλές εξωτερικές διαφορές, βιωμάτων και εμπειρών που αποκόμισαν ‘Ελληνες και Ρώσοι στην ιστορική τους πορεία και του τρόπου που συνακόλουθα αντιμετωπίζουν τον κόσμο. Μια θρησκευτική επιλογή δεν είναι μόνο μια επιλογή ηθική, φιλοσοφική ή μεταφυσική. Και πάντως, για τους ηγεμόνες του Κιέβου ήταν ασφαλώς επιλογή πολιτικού, τουλάχιστο όσο και θρησκευτικού δόγματος. Ιστορικά άλλωστε, μια επιλογή θρησκευτικού δόγματος συχνά στην ιστορία ανταποκρίθηκε και εξέφρασε έναν ορισμένο τύπο κοινωνικής εξέλιξης και γεωπολιτικής θέσης.

‘Ελληνες και Ρώσοι μπήκαμε με καθυστέρηση στη νεώτερη εποχή. Αμφότεροι αντιμετωπίσαμε φοβερές απειλές από την Ανατολή, απειλές που συχνά εμπόδισαν και «παραμόρφωσαν» την κοινωνική και πολιτική μας εξέλιξη. Ακόμα και σήμερα διακρίνει κανείς στους δύο λαούς και τα δύο κράτη τα κατάλοιπα μακραίωνων περιόδων δουλείας που χρειάστηκε να υποστουν ‘Ελληνες και Ρώσοι, όπως διακρίνει κανείς επίσης, σε προνομιακές ιστορικές στιγμές, μια μεγάλη φιλοδοξία και μια πίστη στον ειδικό μας ρόλο. Πίστη που στηρίζει και τροφοδοτεί, όταν τουλάχιστο ξέρουμε να την κρατάμε σε κάποιο εύλογο μέτρο, εκτός από την ανάμνηση του κατ’ εμέ, αν μου επιτρέπετε αυτή την καυχησιά, λαμπρότερου πολιτισμού της ανθρώπινης ιστορίας, του πολιτισμού των Ιώνων, του Περικλή και του Πρωταγόρα, επίσης στηρίζει και τροφοδοτεί η διεκδίκηση της κληρονομιάς μιας μεγάλης Αυτοκρατορίας, που διαφέντεψε επί μία χιλιετία αυτά εδώ τα μέρη. Το Βυζάντιο, ακόμα κι όταν αποδοκιμάστηκε ή χρειάστηκε να κρυφτεί κάτω από τη λάμψη νέων δογμάτων, ερώτων ή παθών, εξακολουθεί και σήμερα να επηρεάζει σημαντικά το υπόβαθρο της κουλτούρας μας και τη μήτρα πολλών από τις συμπεριφορές μας. ‘Οταν πήγα ανταποκριτής στη Μόσχα, θυμάμαι πόση δυσκολία είχα στην αρχή να ερμηνεύσω τα τεκταινόμενα στο Πολιτικό Γραφείο, επί τη βάσει των γνώσεών μου για το κομμουνιστικό κίνημα. Ευτυχώς, αξιόλογοι Ρώσοι φίλοι που κατάλαβαν τη δυσκολία μου, με έστειλαν σύντομα να διαβάσω βυζαντινή ιστορία.

‘Οσο φοβερές κι αν ήταν όμως για τα έθνη μας οι απειλές από την Ανατολή, πολύ πιο περίπλοκες ήταν οι προκλήσεις που έθεσε στις κοινωνίες μας η Δύση, μια Δύση που ήταν μεγάλος δάσκαλος και ακόμα πιο επίφοβος εχθρός, όπως σημειώνει στην εισαγωγή της μνημειώδους Ιστορίας του της Ρωσικής Επανάστασης ο Λέων Τρότσκι. Μήπως δεν ήταν οι δυτικοί Σταυροφόροι που λεηλάτησαν την Κωνσταντινούπολη, πεντακόσια χρόνια ήδη πριν από την απόιβαση του Κολόμβου στην αμερικάνικη ήπειρο; Δύο φορές τους τελευταίους δύο αιώνες οι στρατιές του Ναπολέοντα και του Χίτλερ παρολίγον να γονατίσουν τη Ρωσία, ενώ ακόμα πιο επίφοβη κι από τις στρατιές αυτές απεδείχθη στις μέρες μας η δύναμη των εμπορευμάτων, των ιδεών και του παραδείγματος του δυτικού, ιδίως αμερικάνικου καπιταλισμού. Κρινόμενη με όλους τους αντικειμενικούς δείκτες, οικονομικούς, κοινωνικούς, δημογραφικούς, διεθνούς βάρους, η κρίση των χωρών της πρώην Σοβετικής ‘Ενωσης ξεπέρασε σε βάθος και σφοδρότητα οτιδήποτε γνωρίσαμε στις αναπτυγμένες χώρες από την αρχή της βιομηχανικής εποχής. Η Ρωσία ξεπερνάει τώρα την κρίση της και η μακρά της «ασθένεια», αν μου επιτρέπετε τον όρο, της επιτρέπει ίσως να βρει τώρα μεγαλύτερο δυναμισμό και ζωντάνια από αυτή που διέθετε στην ύστερη σοβιετική περίοδο. Ελπίζω η τόσο απαραίτητη ανάκαμψη του ρωσικού κράτους που ήδη διαπιστώνουμε να επεκταθεί και σε μια κοινωνία που τόσα υπέφερε και τόσο ματαιώθηκε στις διαδοχικές προσδοκίες της, γιατί μνακροχρόνια, αν κάτι απέδειξε η κατάρρευση του «κομμουνισμού», είναι ότι δεν μπορεί τελικά να υπάρξει ισχυρό κράτος σε μια αδύναμη κοινωνία. Ελπίζω επίσης ότι η νέα Ρωσία, που τώρα ανατέλλει, θα νοιώθει την ανάγκη νάναι πιο σοφή, πιο διαλεκτική, λιγότερο ακραία απότι στο παρελθόν, εφευρίσκοντας μια καλύτερη ισορροπία ανάμεσα στο «εγώ» και στο «εμείς», κι από αυτή που διέκρινε ιστορικά τους δεσποτισμούς της κι από αυτή που χαρακτήρισε την απόλυτη παρακμή των φιλοκαπιταλιστών «Νεορώσων», τα είκοσι τελευταία χρόνια.

Οι μακραίωνες δουλείες που υποφέραμε έκανε πιο άγριες τις εξεγέρσεις μας και η ανάγκη να ανταποκριθούμε στις δυτικές προκλήσεις μας υποχρέωσε σε μεγάλες επαναστάσεις. Δεν είχαμε την ευκαιρία του Μέσου Βασιλείου, να μείνουμε χιλιάδες χρόνια απερίσπαστοι υφαίνοντας την τέχνη του κυβερνάν, ούτε την τύχη των ιταλικών πόλεων που, συγκεντρώνοντας αυτή την πρωτοφανή πυκνότητα πνευματικής δύναμης σε συνθήκες ελευθερίας, δημιούργησαν το θαύμα της Αναγέννησης, γέννησαν τον Μακιαβέλλι κι έβαλαν τις βάσεις της νεώτερης εποχής. Η ακρότητα και η εσωτερική διάσπαση αναγκαστικά μας χαρακτήρισαν, καθιστώντας τόσο συχνά αναγκαία την προσφυγή στον αυταρχισμό, τελικό διαιτητή αντιθέσεων και επιρροών που εξέφραζαν μεν τις διαφορετικές μας ανάγκες, αλλά που δεν μπορούσαμε να συνθέσουμε.

Δεν θέλω να συζητήσω τώρα τον ρόλο της Ρωσικής Επανάστασης, που είμαι βέβαιος ότι θα απασχολεί έτσι κι αλλοιώς για αιώνες την ανθρωπότητα. Προσωπικά γέλασα πολύ διαπιστώνοντας τις προάλλες τη λύσσα και την απελπισία με την οποία οι Τάιμς, ενός Λονδίνου που μπορεί να έχασε την Αυτοκρατορία του, όχι όμως και τα χούγια της, σχολίαζαν μια απόφαση ρωσικού δικαστηρίου που χαρακτήριζε πολιτική πράξη την εκτέλεση του Τσάρου. Η αποτίμησή της Επανάστασης δεν είναι θέμα που κρίθηκε, ούτε απαντήθηκαν τα ζητήματα που η ίδια έθεσε. Από μια άποψη η Επανάσταση απομόνωσε τη Ρωσία, από μια άλλη όμως την έβαλε στο κέντρο της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας ιστορίας. Το πιο φιλόδοξο κοινωνικό πείραμα της Ιστορίας απέτυχε, τουλάχιστο συγκρινόμενο με τη μεζούρα που το ίδιο έβαλε στον εαυτό του, αλλά στην πραγματικότητα είναι πολύ πιο περίπλοκα τα κριτήρια της Ιστορίας. Εγώ δεν συμφωνώ με τον μηδενισμό αρκετών σπουδαίων επιτευγμάτων της σοβιετικής περιόδου, παρά το τελικό αδιέξοδο του καθεστώτος αυτού και θεωρώ πολύ μικρές τις δικές μου δυνάμεις για να αποπειραθώ με την ευκολία της άγνοιας και της βλακείας, τις τόσο εύκολες γενικεύσεις που διακρίνουν την εποχή μας, εποχή δικτατορίας όλο και πιο εφήμερων τηλεοπτικών εντυπώσεων.

‘Οσο για μας τους ‘Ελληνες, πραγματοποιήσαμε τους τελευταίους δύο αιώνες τρεις μεγάλες, διεθνούς ακτινοβολίας επαναστάσεις, έστω κι αν δεν θέλουμε πολύ να τις διεκδικήσουμε. Αναφέρομαι στην επανάσταση του 1821, αστραπή στη νύχτα της ευρωπαίκής Ιεράς Συμμαχίας και δεύτερη μεγάλη ευρωπαϊκή επανάσταση μετά τη γαλλική, στην ελληνική εθνική αντίσταση κατά του Χίτλερ, κατά την ταπεινή μου γνώμη τη σημαντικότερη, συγκριτικά με το μέγεθος της χώρας μας στην Ευρώπη, και την επανάσταση της ΕΟΚΑ κατά των ‘Αγγλων το 1955-59, πρωτοπορία του παγκόσμιου αντιαποικιακού αγώνα. Οι επαναστάσεις όμως αυτές δεν μπόρεσαν να ολοκληρωθούν κι έτσι, το σχέδιο του νεώτερου ελληνικού κράτους παρέμεινε αρκετά υποθηκευμένο.

Προσπάθησα με όσα είπα να δείξω τη συγγένεια, παρά τις μεγάλες φαινομενικές διαφορές, των ιστορικών διαδρομών και της γεωπολιτικής θέσης της Ρωσίας και της Ελλάδας, αυτό που ονομάζω κοινό «γεωπολιτικό βίωμα», αν μου επιτρέπετε αυτό τον όρο, ένα «βίωμα» που ενισχύεται και ενισχύει την κοινή θρησκευτική πίστη και διατηρεί ζωντανή την αγάπη των Ελλήνων προς τους Ρώσους. Πως όμως αυτές οι τάσεις αυτές εκδηλώνονται στη σημερινή γεωπολιτική πραγματικότητα?

Ο κόσμος μας «ιδρύθηκε» το 1989, με την κατάρρευση του τείχους του Βερολίνου και, αργότερα, της Σοβιετικής ‘Ενωσης. Δεν ήταν αποτέλεσμα μιας δράσης για την αναμόρφωσή του, μιας δράσης που είχε ως αρχικό της κίνητρο να κάνει τον ‘Ανθρωπο υποκείμενο της ιστορίας του, όπως ο κόσμος που προέκυψε από το 1789 και το 1917, ή ο κόσμος της «φαντασίας στην εξουσία», της γενικευμένης αυτοδιαχείρισης, που ονειρεύτηκαν οι εργάτες και φοιτητές του Παρισιού στα 1968, αλλά μάλλον το αποτέλεσμα της κατάρρευσης διαδοχικών σχεδίων ριζικής αναμόρφωσης. Οικονομικά, ο κόσμος μας συγκροτήθηκε με τον φιλελευθερισμό, τις ιδέες του Χάγιεκ και του Φρήντμαν, την πολιτική του Ρήγκαν και της Θάτσερ, την κυριαρχία δηλαδή της αγοράς επί των κοινωνιών και των κρατών, των Αγγλοαμερικανών και Ισραηλινών επί των υπολοίπων. Πολιτικά, ο Φουκουγιάμα, ο Χάντιγκτον, ο Μπρεζίνσκι διαφέρουν κατά τη διάγνωση, όχι όμως κατά την επιδίωξη, που δεν είναι άλλη από έναν νέο αμερικανικό αιώνα – ορισμένοι τον ονομάζουν αμερικανοεβραϊκό. ‘Ηδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, οι εκθέσεις Τζερεμάια και Βούλφοβιτς για την αναθεώρηση της αμερικανικής στρατηγικής, αναφέρουν ως πρώτο στόχο πολιτικής την αποτροπή ανάδειξης αντίπαλου δέους στην αμερικανική μονοκρατορία. Πρέπει να αποτραπεί επίσης η συμμαχία δύο ή περισσοτέρων από τους υποδεέστερους πόλους του διεθνούς συστήματος, γι’ αυτό και προκάλεσαν τόση αναστάτωση και τόση εχθρότητα στην Ουάσιγκτον, με τα ανοίγματά τους στον Πούτιν, Σιράκ, Σρέντερ, Παπαδόπουλος, Καραμανλής. Το 2001, σε μια συνέντευξη που είχα την ευκαιρία να πάρω από τον πρώην Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του πατρός Μπους, ο Μπρεντ Σκώουκροφτ προσδιόρισε ως εξής το δέον για την αμερικανική πολιτική απέναντι στην Κίνα: «Πρέπει να έχουμε καλύτερες σχέσεις με τη Μόσχα και το Πεκίνο από όσες αυτοί μπορούν να έχουν μεταξύ τους». Διαβάζοντας κανείς την έκθεση CleanBrake που παρήγγειλε το 1996 ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου στους Αμερικανούς νεοσυντηρητικούτς αντιλαμβάνεται με ενάργεια πως οι σημερινοί πόλεμοι στη Μέση Ανατολή δεν σχεδιάστηκαν μόνο για την κατάκτηση και των πετρελαίων της, αλλά ως το προνομιακό εργαλείο εμπέδωσης μιας παγκόσμιας κυριαρχίας, ως ύψιστη αυτοκρατορική άσκηση, σε έναν χώρο που κρίθηκε προνομιακός γι’ αυτό. Αυτό είναι το σχέδιο της Αυτοκρατορίας, όπως οι ίδιοι οι Αμερικανοί θεωρητικοί το ονομάζουν, ήδη από το 2003. Πρόκειται για την Αυτοκρατορία της παγκοσμιοποίησης, μια αυτοκρατορία που δεν μπορεί παρά να εξελιχθεί σε ολοκληρωτική, από την ίδια την έκταση και τη φύση της φιλοδοξίας της.

Αυτό το σχέδιο παρήγαγε τις πολιτικές διεύρυνσης του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής ‘Ενωσης, αυτό το σχέδιο οδήγησε στον ματωβαμμένο κατακερματισμό των Βαλκανίων, στην προσπάθεια να στραφούν οι περιφερειακές πρώην σοβιετικές Δημοκρατίες εναντίον της Ρωσίας. Η Νέα Ευρώπη του Ντόναλντ Ράμσφλεντ επιχειρείται να ενωθεί με τις δυτικές σοβιετικές δημοκρατίες, σε μια ζώνη ημιπροτεκτοράτων, απόλυτης αμερικανικής επιρροής, που θα παρεμβληθεί μεταξύ Γερμανίας και Ρωσίας αποτρέποντας για πάντα την αναβίωση του πνεύματος του Ραππάλο, του άλλου διαχρονικού «εφιάλτη» Οιυάσιγκτον και Λονδίνου. Τα Βαλκάνια κατατεμαχίζονται σε μια ζώνη μη βιώσιμων δουκάτων – προτεκτοράτων, συχνά στα χέρια μαφιών που συνδέονται με ξένες δυνάμεις. Στον νότο, με άξονα τον αγωγό Μπακού – Τσεϊχάν επιχειρείται η οικοδόμηση ενός βέλους επιρροής που ξεκινά από τα Βαλκάνια, προχωρά στη Μαύρη Θάλασσα, τον Καύκασο, την Κασπία για να φτάσει στο κινεζικό Σινγιάνγκ, παρεμβαλλόμενο ανάμεσα στη Ρωσία και τον ισλαμικό κόσμο. Για τον Μπρεζίνσκι, το Ουζμπεκιστάν μοιάζει το ίδιο ζωτικό με την Οκλαχόμα για την Αμερική. Η Αμερική επιχειρεί να στριμώξει τη Ρωσία σε μια βόρεια ζώνη της Ευρασίας, απομονωμένη και δύσκολα υπερασπίσιμη στρατιωτικά, την απειλεί, και μαζί όλους μας, με την αναθεώρηση της δομής ελέγχου των εξοπλισμών που μας κληροδότησε ακόμα κι αυτός ο τρομερός κατά τα άλλα ψυχρός πόλεμος, θεμέλιο της οποίας υπήρξε η συνθήκη ΑΒΜ.

Αυτή η πολιτική όμως έρχεται αναπόφευκτα σε σύγκρουση και με ζωτικά ελληνικά συμφέροντα. Η Ελλάδα είναι από τα παλαιότερα μέλη της Ατλαντικής Συμμαχίας, το μόνο όμως που αντιμετωπίζει πρόβλημα ασφάλειας μάλλον από ένα άλλο μέλος της Συμμαχίας, παρά από τους αντιπάλους της Συμμαχίας. Η ανάδυση της Τουρκίας ως κύριου μεταφορέα ενέργειας από την Ασία στην Ευρώπη δεν είναι προς ώφελός μας. Η δημιουργία μιας ζώνης δουκάτων-προτεκτοράτων στα κατεστραμμένα Βαλκάνια επίσης δεν είναι, γιατί μια τέτοια ζώνη αμερικανοτουρκικής κυριαρχίας από την Αδριατική μέχρι την Κύπρο και το Κουρδιστάν, αναπόφευκτα θα επιδιώξει να αφομοιώσει την Ελλάδα, καταστρέφοντας όποιο υπόλειμμα ανεξαρτησίας, και μαζί κοινωνικών κατακτήσεων και δημοκρατίας, της απομένει. Το αμερικανικό σχεδόν μονοπώλιο στους ελληνικούς εξοπλισμούς καθιστά πολύ δύσκολη, αν όχι αδύνατη την ελληνική άμυνα.

Σε αυτό το στρατηγικό πλαίσιο πρέπει να καταλάβουμε την ελληνορωσική συνεργασία. Ο αγωγός Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη μειώνει την εξάρτηση των ρωσικών εξαγωγών πετρελαίου από τον τουρκικό έλεγχο των Στενών. Ο αγωγός Σάουθ Στρημ απεξαρτά εν μέρει την παροχή ρωσικού αερίου στην Ευρώπη από τα καπρίτσια του Κιέβου και της ‘Αγκυρας και εμπεδώνει τη διμερή σχέση μας. Η ελληνορωσική στρατιωτική συνεργασία είναι επίσης στρατηγικής σημασίας για τις δύο χώρες. Η διπλωματική και πολιτική μας συνεργασία είναι κρίσιμης σημασίας, με δεδομένη τη συμμετοχή της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ, ως γέφυρα κατανόησης σε ταραγμένους καιρούς στην Ευρώπη.

Οι πολιτικές αυτές δεν στρέφονται εναντίον των ΗΠΑ, είναι κατ’ ουσίαν αμυντικές πολιτικές, που προστατεύουν τον ενεργειακό εφοδιασμό της Ευρώπης και τη δυνατότητά μας να συνεχίζουμε την ιστορική μας πορεία, όσο είναι αυτό δυνατόν, ως κάπως ανεξάρτητοι και κυρίαρχοι λαοί. Θα ήταν ίσως και προς το συμφέρον τους, αν οι Βορειοαμερικανοί φίλοι μας καταλάβαιναν τα κίνητρα και τη σημασία αυτής της πολιτικής. ‘Αλλωστε, η παγκόσμια οικονομική κρίση και οι καταστροφές στη Μέση Ανατολή θάπρεπε να γίνουν μαθήματα για όσους τις προκάλεσαν. Οι αναπτυγμένες χώρες, αυτές που κυριάρχησαν στον κόσμο τα τελευταία πεντακόσια χρόνια, πρώτα απ’ όλα οι Ηνωμένες Πολιτείες και τα ευρωπαϊκά κράτη, θα έπρεπε να συνειδητοποιήσουν ότι αντικειμενικά δεν μπορούμε πια να συνεχίσουμε πολύ με τα ένστικτα και την κουλτούρα του Νεάντερταλ, να διαπραγματευθούν τη διάλυση της δικής τους παγκόσμιας κυριαρχίας, προς ώφελος μιας πολύ διαφορετικά οργανωμένης ανθρωπότητας. Ξέρω πόσο ακραία ουτοπικό, απραγματοποίητο μοιάζει ένα τέτοιο σχέδιο, ξέρω όμως επίσης ότι το ανθρώπινο γένος θα δυσκολευτεί πολύ να «βγάλει» ακόμα και τούτο τον αιώνα, με τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει. Δυστυχώς δεν ξέρουμε αν θα συμβεί αυτό. Οι αυτοκρατορίες δύσκολα αυτοπεριορίζονται και συχνά αναζητούν σε νέους τυχοδιωκτισμούς τη λύση των προβλημάτων τους. Ελπίζω να μην γίνει αυτό, αλλά επειδή δεν ξέρουμε τι θα γίνει και επειδή το διεθνές περιβάλλον είναι τόσο επικίνδυνο, γι’ αυτό και η σημασία της ελληνορωσικής στρατηγικής συνεργασίας ξεπερνάει κατά πολύ τα στενά, ειδικά συμφέροντα των δύο χωρών.

Δεν θέλω να κάνω κατάχρηση του χρόνου που οι οργανωτές έθεσαν στη διάθεσή μου, γι’ αυτό και δεν θα αναφερθώ, όπως αρχικά σχεδίαζα, στα εμπόδια που συχνά ματαίωσαν την τόσο επιθυμητή προσέγγιση Ελλάδας και Ρωσίας. Αν μου επιτρέπετε θα κάνω μόνο δύο παρατηρήσεις για το θέμα αυτό. Γενικά μιλώντας, οι σχέσεις αυτές έπεσαν, σε τελική ανάλυση, θύματα δύο κύκλων παγκόσμιας ηγεμονίας, ενός βρετανικού και ενός αμερικανικού. Η σημερινή κρίση της αμερικανικής ηγεμονίας, ενδεχομένως προσφέρει δυνατότητες που δεν ήταν τόσο εύκολες στο παρελθόν. Εντούτοις, δεν υπήρξε κάποιος αυτοματισμός, κάτι αναπόφευκτο στον τρόπο που δεν καταφέραμε, παρά την αμοιβαία αγάπη μας, να συνεννοηθούμε στο παρελθόν. Ούτε οι σχέσεις μας διακρίθηκαν μόνο από περιόδους ευτυχίας, είχαν και τις σκοτεινές πτυχές τους, η μελέτη των οποίων είναι χρήσιμη για να ξέρουμε από που να προφυλαχτούμε και να προστατεύσουμε τις σχέσεις μας στο μέλλον. Γιατί στο παρελθόν, συχνά οι ηγεσίες και στη Μόσχα και στην Αθήνα υποτίμησαν τις σχέσεις και τις υπέταξαν σε συγκυριακούς παράγοντες.

Είναι μεν γεγονός ότι πολύ χάρηκαν στο Λονδίνο με τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, είναι όμως εξίσου γεγονός ότι βρέθηκε ελληνικό χέρι να οργανώσει, δια της δολοφονίας αυτής, την υποταγή μας στην Αγγλία. ‘Εναν αιώνα αργότερα, τι γύρευε ο Ελευθέριος Βενιζέλος όταν έστελνε τους ‘Ελληνες φαντάρους να πολεμήσουν τους Μπολσεβίκους στην Ουκρανία; Ακόμα κι αυτός, δεν μπορούσε, παρά την τόσο πολιτική ιδιοφυία του, να δει μια Ελλάδα πραγματικά ανεξάρτητη. Τη διαχρονική τάση των Ελλήνων πολιτικών να ενεργούν σε όρους εξάρτησης από την α ή β δύναμη, μια τάση που ενεθάρρυνε και το μικρό μέγεθος της χώρας μας, πληρώθηκε συχνά ακριβά, και στη Μικρά Ασία και στην Κύπρο. Δυστυχώς, ούτε ο Βενιζέλος είχε εμπεδώσει την ιδέα του Ρήγα για την ανάγκη της στήριξης στις δικές μας δυνάμεις.

Η ιδέα αυτή όμως δεν γεννήθηκε μόνο για «θεωρητικούς» λόγους «αρχής» στο κεφάλι του Ρήγα. Είναι η συμπύκνωση, το συμπέρασμα από την τραγωδία των Ορλωφικών και του Λάμπρου Κατσώνη, από τις τότε ανεκπλήρωτες προσδοκίες ενός από Μηχανής Θεού, που πήραν τη μορφή του «Ξανθού Γένους». Αν το διαχρονικό λάθος της ελληνικής ιθύνουσας τάξης είναι η αγγλοπληξία και αμερικανοπληξία της, ήταν μείζων σφάλμα των Ελλήνων επαναστατών, και τότε, και στον 20ό αιώνα, να βασίζουν τόσο πολλές προσδοκίες στο τι θα έκανε η Μόσχα κι όχι στο τι οι ίδιοι μπορούσαν να κάνουν. Αλλά και η Μόσχα από την πλευρά της υπέκυψε τότε στον κυνισμό και την αλαζονεία της Μεγάλης Δύναμης, που κυττάει περιφρονητικά τα μικρά έθνη, ως απλά «πιόνια» σε ένα παιχνίδι διεθνών ανταγωνισμών, ανίκανη να αντιληφθεί εν προκειμένω τη μεγάλη αξία της ιδεολογίας ως οργανωτή πολύ βαθύτερων ιστορικών αναγκών. Ούτε και ο Στάλιν κέρδισε τίποτα, συμφωνώντας με τον Τσώρτσιλ, τον Οκτώβρη του 1944, την υπαγωγή του ελληνικού λαού, που τόσο μάτωσε εναντίον του Χίτλερ, στην αγγλική σφαίρα επιρροής, μια συμφωνία που οδήγησε στον εμφύλιο πόλεμο και την καταστροφή της Ελλάδας. Εκτός αν θεωρηθεί κέρδος για την αυτοκρατορία του μια Πολωνία, που την πήρε με το ζόρι, ελπίζοντας ότι θα γίνει το ανάχωμα σε μια επόμενη επίθεση, κι έγινε τελικά το εφαλτήριό της! Σήμερα, κάτω από την ηγεσία του Πούτιν, η Ρωσία θεραπεύτηκε από τις προ είκοσι ετών αυταπάτες της, ότι θα έρθει δηλαδή αυτόματα ο πολιτισμός να αντικαταστήσει την ισχύ στις διεθνείς σχέσεις, αυταπάτες που πλήρωσε πανάκριβα. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι δεν έχασε τον Ψυχρό Πόλεμο, ακριβώς γιατί υποτίμησε βαθιά την ισχύ των ιδεών και αισθημάτων των ανθρώπων.

Τις δυσάρεστες αυτές ιστορικές πραγματικότητες δεν τις θυμίζω εδώ για να υποτιμήσω την αξία της ελληνορωσικής σχέσης, αλλά, αντίθετα, για να υποδείξω παράγοντες που μπορεί να την απειλήσουν, επανεμφανιζόμενοι τυχόν με νέες μορφές. ‘Αλλωστε, οι «σκοτεινές» πλευρές των σχέσεών μας δεν αναιρούν καθόλου την τεράστια αξία της ρωσικής συμβολής στην προετοιμασία της Ελληνικής Επανάστασης ή τους κοινούς δεσμούς που υφάναμε στην περίοδο του μεγάλου αντιφασιστικού αγώνα, ή την αξία της συμπαράστασης της Ρωσίας στο κυπριακό, της σημαντικότερης που είχαμε διεθνώς. Ούτε ήταν και για τη Ρωσία ασήμαντη η θέση που συχνά υιοθέτησε, σε μείζονα διεθνή θέματα, η μικρή Ελλάδα και η μικρή Κύπρος. Αν θυμίζω και μερικές δυσάρεστες ιστορικές πραγματικότητες, το κάνω κυρίως γιατί η ελληνορωσική σχέση παραμένει πολύ εύθραυστη, έχει ισχυρούς εχθρούς, χρειάζεται να την προστατεύσουμε. Ο πειρασμός για τη Μόσχα είναι να υποκύψει στην αλαζονία της οικονομικής σήμερα ισχύος της μεγάλης δύναμης, όπως κάποτε υπέκυψε στην αλαζονία της πολιτικής ή στρατιωτικής της ισχύος, να υποτιμήσει, για διάφορους πρόσκαιρους, συγκυριακούς λόγους, το ιστορικό βάθος της ελληνορωσικής σχέσης. Δεν είναι όμως το μέγεθος που κάνει μια δύναμη Μεγάλη, αλλά η ικανότητά της να χρησιμοποιεί την όποια ισχύ της. Από την άλλη μεριά έχουμε ένα ελληνικό κράτος σε πανθομολογούμενη κρίση, χωρίς στρατηγική και χωρίς μηχανισμούς ανάπτυξης σχέσεων μη εξάρτησης. ‘Εχουμε επίσης έναν πολιτικό κόσμο που συχνά στην ιστορία μας προτίμησε να οργανωθεί πίσω από ξένες δυνάμεις, αντί να προβάλλει το έθνος μας στη διεθνή αρένα. Πρέπει όλα τα ελληνικά κόμματα να συνειδητοποιήσουν την αξία και να προστατεύσουν την ελληνορωσική σχέση και τις σημαντικότατες, αλλά όχι οριστικές προόδους που έκανε τα τελευταία χρόνια, ιδίως στον ενεργειακό και τον αμυντικό τομέα, αναπτύσσοντάς τες επίσης και στον τομέα των ελάχιστα αξιοποιημένων, αλλά με τόσο μεγάλο δυναμικό, ελληνορωσικών πολιτιστικών σχέσεων. Κυρίως όμως είναι ο ισορροπημένος χαρακτήρας της σχέσης, ο ουσιαστικός αμοιβαίος σεβασμός, η βαθιά κατανόηση της ιστορικής σημασίας και του βάθους αυτής της σχέσης, που θα την προιστατεύσουν από κινδύνους και κακοτυχίες.

Κλείνοντας, θέλω και πάλι να ευχαριστήσω τους οργανωτές αυτής της σπουδαίας εκδήλωσης, αλλά και να χρησιμοποιήσω αυτή την ευκαιρία για να εκφράσω την ειλικρινή και μεγάλη εκτίμησή μου στην ενέργεια και το πνεύμα πρωτοβουλίας του Αλεξάντρ Βντόβιν, που τόσο συνέβαλε, από τη θέση του Πρέσβη της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην Ελλάδα στην πρόσφατη και θεαματική ανάπτυξη των ελληνορωσικών σχέσεων. ‘Ηταν μεγάλη τύχη για τις δύο χώρες η παρουσία και η δουλειά του εδώ. Σας ευχαριστώ πολύ.


(*) Ο Δημήτρης Κωντσαντακόπουλος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Διετέλεσε ειδικός συνεργάτης στο Γραφείο του Πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου και Διευθυντής του Γραφείου του ΑΠΕ στη Μόσχα. Το κείμενο αυτό είναι η εισήγησή του στο Ελληνορωσικό Φόρουμ που οργανώθηκε στις 8-9.10.2008 στην Αθήνα, με ορισμένες μικρές προσθήκες και τροποποιήσεις.

Συνέντευξη Σαμίρ Αμίν - Οκτώβριος 2008


Ο ΣΑΜΙΡ ΑΜΙΝ μιλάει ΣΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΚΟΠΟΥΛΟ

Υπήρξε ένας από τους ιδεολογικούς «μέντορες» και φίλος του Ανδρέα Παπανδρέου, που μετέφρασε στα ελληνικά το βιβλίο του για την παγκόσμια συσσώρευση του κεφαλαίου. Ο Σαμίρ Αμίν ήταν από τους πρώτους που δέχτηκαν τηλεφώνημα τοπυ ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ τον Οκτώβριο του 1981, όταν ο Παπανδρέου ανέλαβε εντολή σχηματισμύ κυβέρνησης, μετά από μισό αιώνα πολιτικής κυριαρχίας της ελληνικής δεξιάς. Ο γαλλοαιγύπτιος οικονομολόγος, ένα από τα μεγάλα ονόματα των νεομαρξιστικών οικονομικών, ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση και ήρθε στην Αθήνα. Η συμβουλή του στον Ανδρέα ήταν να κάνει την Ελλάδα «γέφυρα» ανατολής και δύσης, βορρά και νότου, μια ιδέα όμως που μόνο πολύ μερικά πραγματοποιήθηκε. Ο ίδιος ο Αμίν θεωρεί ότι, από τους ‘Ελληνες πολιτικούς, μόνο ο Μακάριος κατάλαβε πλήρως και σε βάθος και προσπάθησε να εφαρμόσει αυτή την ιδέα, επικρίνει όμως και τους ‘Αραβες ηγέτες που δεν ανταποκρίθηκαν όσο θάπρεπε στα ανοίγματα της Αθήνας. Γεννημένος στο Κάιρο το 1931, ο Αμίν συνδύασε πάντα τη θεωρία (είναι συτγγραφέας μιας πληθώρας βιβλίων) με την πολιτική δράση ως εκφραστής κυρίως του «Τρίτου Κόσμου», του «Νότου» που αντιπροσωπεύει την καταπληκτική πλειοψηφία της ανθρωπότητας και είναι αυτή η δράση που προσδιορίζει την κάπως «νομαδική» του ζωή, μοιρασμένη ανάμεσα στα τρία σπίτια του (Παρίσι, Ντακάρ, Κάιρο) και τις πρωτευόυσες του κόσμου, ιδίως τις πρωτεύουσες της αμιφισβήτησης. Πιστεύει ότι τα κοινωνικά κινήματα και ο Νότος θα αντιδράσουν, όταν θα έρθει προς πληρωμή ο λογαριασμός, με τη μορφή ύφεσης, μαζικής ανεργίας, ίσως πολέμου, φοβάται όμως ταυτόχρονα ότι τέτοιες αντιδράσεις, χωρίς ένα απαραίτητο νέο όραμα, μπορούν να ηττηθούν αφήνοντας τον καπιταλισμό της «καταστροφικής» εποχής του να προχωρήσει στο έργο του.

Ερώτ. Μοιάζει ώρα της «εκδίκησης» για ανθρώπους σαν και σας. Πριν μερικές εβδομάδες, Μαρξ, Κέινς, Γκαλμπέιθ θεωρούνταν αρχαιολογία. Και ξαφνικά, οι νεοφιλελεύθεροι εγκατέλειψαν τις ιδέες τους και ζητάνε κράτος. Μιλάμε για νεοκεϋνσιανισμό ή για κάτι άλλο.

Απ. Καθόλου νεοκεϋνσιανισμός. Για μένα και όχι μόνο η κρίση ήταν μοιραία και αναμενόμενη. Δεν ήταν για τους συμβατικούς οικονομολόγους. Γιατί υπήρχε στο παγκοσμιοποιημένο νεοφιλελεύθερο σύστημα μια γιγαντιαία εσωτερική αντίφαση, γιατί θεμελιώθηκε, αν μου επιτρέπετε τον όρο, στη δικτατορία μιας ολιγαρχίας μεγάλων χρηματιστικών και όχι μόνο ομίλων. Αυτοί ελέγχουν τις οικονομικές αποφάσεις σε όλα τα επίπεδα και σε όλες τις χώρες. Σταδιακά μετά τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο γνωρίσαμε μια συγκέντρωση κεφαλαίου που δεν έχει καμμιά σχέση με τα μονοπώλια που περιέγραφε ο Λένιν ή ο Χίλφερτινγκ. Είναι ηλιθιότητα, φαντασίωση, να μιλάει κανείς για οικονομία της αγοράς, η πραγματικότητα είναι ένας καπιταλισμός χρηματιστικών και παγκοσμιοποιημένων ολιγοπωλίων. Μια δικτατορία «μονομερής» γιατί ο ταξικός, λαϊκός τους εχθρός, οι υποτελείς τάξεις και οι λαοί της περιφέρειας βρέθηκαν σε κενό, μετά την διάλυση ή κατάρρευση των μεγάλων συστημάτων σοβιετικού, μαοϊκού, σοσιαλδημοκρατικού, εθνικο-λαϊκού τύπου. Υπάρχει ένα κενό κοινωνικής οργάνωσης και πολιτικής έκφρασης που επέτρεψε να πραγματοποιηθεί το παντοτινό καπιταλιστικό όνειρο.

Ερ. Η παντοδυναμία τους κάπως τους ξεγέλασε για τις δυνατότητές τους

Απ. Πράγματι. Νόμισαν ότι είναι μόνοι τους. Είδαμε τους βλακώδεις όρους «τέλος της ιστορίας», είμαστε εδώ για πάντα, μόνο εμείς μετράμε, όλοι οι λαοί και οι χώρες πρέπει να προσαρμοσθούν στη λογική και τα συμφέροντά μας. Καλλιεργήθηκε συστηματικά και συνειδητά η ανισότητα, που δεν είναι τυχαία, αλλά το προϊόν της πολιτικής της χρηματιστικής ολιγαρχίας που έχει την εξουσία. Αυτή η αντίφαση έκανε το σύστημα μη βιώσιμο. Δεν ήταν βιώσιμο, έζησε όμως 25-30 χρόνια, υπερνικώντας την αντίφασή του με τη διαρκή φυγή προς τα μπρος, στις χρηματιστικές τοποθετήσεις. Μην έχοντας να τοποθετήσει αυτό το αυξανόμενο κεφάλαιο, με τεράστιες αποδόσεις κέρδους, που είναι μάλλον πρόσοδοι (rentes) μονοπωλίων παρά πραγματικά κέρδη, με την σουμπετεριανή έννοια της ανανέωσης κλπ., έφτιαξε μια χρηματιστική φούσκα. Το παγκόσμιο ΑΕΠ το 2005 ήταν 45 τρις δολλάρια από τα οποία το ένα τρίτο περίπου διεθνές εμπόριο και η χρηματιστική φούσκα είναι 2000 τρισεκατομμύρια.

Ερ. Δηλαδή αν οι κάτοχοι του κεφαλαίου ζητούσαν ξαφνικά να πάρουν υλικές αξίες για τα χρήματά τους, δεν θα υπήρχαν.

Απ. ‘Οχι, ακόμα κι αν αποφασίζαμε να τους δώσουμε εκατό φορές την παγκόσμια οικονομία. Δεν είδαμε ποτέ κάτι τέτοιο στην ιστορία του καπιταλισμού. Δεν μπορεί η οικονομία να αυξάνεται κατά 3% και τα κέρδη 15%. Δεν μπορεί να διαρκέσει αυτό, είναι πλήρως τεχνητό, έγινε με τις νέες χρηματοπιστωτικές μεθόδους, τιτλοποίηση κλπ.. ‘Οπως όμως λέει ο γέρο-Μαρξ, η πίστωση ενισχύει τις ταλαντώσεις, επεκτείνοντας τεχνητά την άνοδο και η ύφεση ή το κραχ που ακολουθεί είναι πιο βαθύ. Τώρα δεν είμαστε σε ύφεση (recession), αλλά σε κραχ (depression), ανάλογο με του 1929.

Eρ. Μετά το 1929 αναπτύχθηκαν εργαλεία αντικυκλικής παρέμβασης

Απ. Το απότομα ξεφούσκωμα της φούσκας, γιατί αυτό είναι το θέμα, τα subprimes ήταν ένα ατύχημα, απλός καταλύτης, σημαίνει ότι το σύστημα καταρρέει αποκλειστικά από τις εσωτερικές του αντιφάσεις. ‘Οταν ένα σύστημα καταρρέει από εσωτερικές αντιφάσεις οφείλει να προσαρμοσθεί, να μετασχηματισθεί. Καταρρέει τώρα, όπως το 1929. Τότε όμως υπήρχε σοσιαλιστική προοπτική, υπήρχαν ΚΚ και σοσιλαδημοκρατία, σοβιετικά πεντάχρονα και φασιστικά κόμματα. Οι κοινωνικές δυνάμεις ήταν οργανωμένες και από τις δύο πλευρές. Είχαμε δύο τύπους απάντησης. Τον ναζισμό από τη μια, το new deal και τα Λαϊκά Μέτωπα από την άλλη και αυτό οδήγησε στον παγκόσμιο πόλεμο. Μετά τη νίκη του Κόκκινου Στρατού επί του ναζισμού, ο σοσιαλισμός εμφανίσθηκε ως μια μεγάλη σημαία, η εργατική τάξη της Ευρώπης, που υπερασπίστηκε τη δημοκρατία απέναντι στον φασισμό, απέκτησε μια νομιμοποίηση που δεν είχε ποτέ στην ιστορία και σε αυτές τις συνθήκες μπόρεσε να επιβάλει κοινωνικό συμβιβασμό στο κεφάλαιο. Η κρίση κι ο πόλεμος έδωσαν στον Νότο, Ασία, Αφρική, Λατινική Αμερική ένα περιθώριο, δεν μπορούσε η Δύση να επέμβει εύκολα, είχαμε τον λατινοαμερικανικό ποπουλισμό, την κινέζικη και βιετναμική επανάσταση, την Κούβα, τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα. ‘Οποια κριτική κι αν μπορεί κανείς να κάνει, όποια όρια κι αν είχαν αυτές οι κοινωνικές δυνάμεις, είτε επρόκειτο για τον σοβιετισμό ή τον μαοϊσμό, είτε για τη σοσιαλδημοκρατία, τον καιρό που ήταν ακόμα σοσιαλδημοκρατία, μπόρεσαν να επιβάλουν στο μεγάλο κεφάλαιο να προσαρμοσθεί αυτό και όχι το αντίστροφο. Γι’αυτό και λέω ότι από αυτή την κρίση που περνάμε θα προκύψει ασφαλώς ένας άλλος κόσμος, μπορεί να είναι ένας καλύτερος κόσμος, είναι όμως επίσης αρκετά πιθανό να προκύψει ένας πολύ χειρότερος κόσμος. ‘Ενας κόσμος που θα αμφισβήτει τις κατακτήσεις του αστικού πολιτισμού, του Διαφωτισμού, μια βάρβαρη αγριότητα χωρίς δημοκρατία. Σήμερα, οι κοινωνικοί αγώνες δεν είναι στο ύψος των προκλήσεων. Και δεν υπάρχουν πια κυβερνήσεις απέναντι στις τράπεζες – οι τράπεζες υπαγορεύουν στις κυβερνήσεις τι θα κάνουν.

Ερώτ. Μπορεί να μην υπάρχει ισχυρό κοινωνικό κίνημα, υπάρχουν όμως αναδυόμενοι πόλοι, Κίνα, Ινδία, Ρωσία, Λατ. Αμερική. ‘Ισως τελειώνει ο μακρύς κύκλος δυτικής κυριαρχίας.

Απάντ. Είναι δύναμη, αναμφισβήτητα. Βασικά όμως είμαστε ανάμεσα σε δύο κύματα. Η σελίδα του 20ού έκλεισε, η ιδέα του σοσιαλισμού παρήκμασε, εξαφανίστηκε, η σελίδα του 21ου δεν άνοιξε ακόμα. Ανάμεσα στα δύο κύματα, όπως έλεγε ο Γκράμσι, υπάρχει ένα μεγάλο τέρας, το κεφάλαιο, που επιτρέπει τα πάντα στον εαυτό του. Ζήσαμε απογοητεύσεις, οι ελπίδες των Ρώσων κατέληξαν στον Γέλτσιν, οι προσδοκίες των δυτικών εργαζομένων από τη σοσιαλδημοκρατία, ξέρετε που κατέληξαν, είχες τις ελπίδες των Αράβων με τον Νάσσερ, κι αυτό έδωσε τη συνθηκολόγηση. Εμφανίζονται λοιπόν τα μικρά τέρατα. Οι ψευδο-θρησκευτικές και ψευδο-εθνικές αυταπάτες. Ο σοσιαλισμός δεν τα κατάφερε, ας γυρίσουμε στις ρίζες, Ισλάμ, ινδουϊσμό, βουδισμό κλπ. Πρόκειται για παρά-θρησκευτικό στοιχείο, για πολιτική χρήση του θρησκευτικού, γιατί δεν έχουμε αναγέννηση του εσωτερικού θρησκευτικού αισθήματος, πρόκειται για θρησκείες ταυτότητας (religions identitaires). Υπάρχει επίσης ο ψευδο-εθνισμός, όχι μόνο οι πόλεμοι των φυλών στην Αφρική, αλλά επίσης οι Σέρβοι και οι Κροάτες που νομίζουν ότι είναι κάτι διαφορετικό σε σημείο γελοιότητας όταν τσακώνονται για τη γλώσσα τους που είναι η ίδια, τα σερβοκροάτικα, αλλά γράφονται είτε με λατινικούς είτε με κυριλλικούς χαρακτήρες. «ολα αυτά τα ρεύματα είναι απίστευτης μετριότητας, ο εχθρός τους είναι ο γείτονας, όχι ο ιμπεριαλισμός. Και βλέπουμε τους Αμερικανούς να παίζουν τον ρόλο απελευθερωτών, όπως όταν οι Κοσοβάροι γιόρταζαν με αμερικάνικες σημαίες. Αυτά είναι τα μικρά τέρατα. Υπάρχουν και οι αυταπάτες, ιδίως των αναδυόμεων χωρών. Οι αυταπάτες ότι μπορούμε να ενταχθούμε στην καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση κι όπως είμαστε δυνατοί και ξύπνιοι, θα ωφεληθούμε κι εμείς. Μιλώ κυρίως για τους Κινέζους, αλλά και για τους Ρώσους, τους Ινδούς, τους Βραζιλιάνους κλπ. Νομίζω είναι αυταπάτη, γιατί είναι τόσο γτιγαντιαία η φύση των κοινωνικών προβλημάτων που θάπρτεπε να λύσουν για να φτάσουν τους άλλους μέσα στο σύστημα, που δεν μπορούν να στηριχθούν μόνο στους ωφελημένους της παγκοσμιοποίησης μέσα στις χώρες τους. Γι’ αυτό σας είπα. Υπάρχουν ασφαλώς παγκοσμίως κοινωνικοί αγώνες, αλλά περιορισμένων δυνατοτήτων, γιατί είναι αγώνες πολύ αποσπασματικοί, γιατί δεν υπάρχει «μεγάλη σημαία», όπως στο παρελθόν ο σοσιαλισμός, κομμουνιστικός ή σοσιαλδημοκρατικός, η εθνική απελευθέρωση. Υπάρχουν θετικά νέα κοινωνικά κινήματα, όπως η οικολογία, κι αυτά αποσπασματικά. Και άρα σε άμυνα. Δεν έχουν εναλλακτική λύση πλην γενικοτήτων, όπως η ισότητα, η αδελφότητα, ο σεβασμός της φύσης. Ακόμα τα κοινωνικά φόρουμ είναι ”φαντάσματα», δεν μπόρεσαν ακόμα νάχουν τα πόδια τους στη Γη και να περπατάνε. Δεν είναι τέρατα, αλλά είναι ελαφριά, τα παίρνει ο άνεμος. Είμαι αισιόδοξος μελλοντικά γι’ αυτά, αλλά τώρα δεν είναι επικίνδυνα για το σύστημα. Ακόμα και στη Μέση Ανατολή η νίκη εναντίον της αμερικανικής εισβολής στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν παρέμεινε περιορισμένη. Δεν μπόρεσαν να τους πετάξουν έξω. Ως συνέπεια όλων όσων είπα, η πρωτοβουλία παραμένει πάντα στα χέρια του μεγάλου ολιγοπωλιακού κεφαλαίου. Ακόμα πιστεύουν ότι μπορούν να κάνουν ότι θέλουν και βραχυπρόθεσμα κάνουν ότι θέλουν. Τι μπορούν να κάνουν? Το λιγότερο που μπορούν, το μίνιμουμ, είναι η διαγραφή ενός μεγάλου μέρους του σάπιου χρέους ή του σάπιου τμήματος αυτού του χρέους και η απορρόφηση της υποτίμησης του υπερτιμημένου κεφαλαίου, των ακινήτων, κυρίως όμως του κεφαλαίου σε τίτλους μετοχών, βάζοντας τους λαούς να πληρώσουν. Τους δικούς τους και τους άλλους, τους αδύνατους του παγκόσμιου συτστήματος. Με τις τεχνικές που είπαν οι ίδιοι και βάζουν σε εφαρμογή, είναι λάθος ο όρος «εθνικοποιούν», δίνουν δημόσιο χρήμα στην ολιγαρχία για να μπορέσει να μείνει στην εξουσία, στους μοχλούς διοίκησης, κι όταν τα πράγματα θα πάνε καλύτερα, θα επαναδιωτικοποιθήσουν, δηλαδή θα τους χαρίσουν τις ζημιές.

Ερ. Θα σου πούνε όμως, εντάξει, αλλά τι άλλο μπορεί να γίνει. Δεν μπορούμε να αφήσουμε να καταρρεύσει το σύμπαν.

Απάντ. Ξέρεις, μια τάξη στην εξουσία πάντα σκέφτεται σε κάπως βραχυπρόθεσμους όρους. Σκέφτεται μακροπρόθεσμα μόνο αν ο αντίπαλος είναι ισχυρός. Ο αντίπαλος σε αναγκάζει να σκεφτείς. Αλλοιώς λες είμαι εργοδότης, κάνω ότι θέλω, κανείς δεν αντιστέκεται. Προς στιγμήν το σχέδιό τους είναι αυτό που σας είπα. Αυτό είναι το μίνιμουμ, το μάξιμουμ είναι ότι όταν το σύστημα θα ξαναμπεί σε λειτουργία, θα πουν ότι δεν θα ξανακάνουμε τα ίδια σφάλματα, θα το ρυθμίσουμε λίγο και θα ζητήσουμε από αυτούς τους κυρίους να ρυθμιστούν λίγο.

Ερ. Κατά την άποψή σου έχουμε να κάνουμε με μια κρίση που οφείλεται στο αδιέξοδο του ίδιου του τρόπου συσσώρευσης του κεφαλαίου, ή είναι το προϊόν της αλαζονείας των «παντοδύναμων»

Απ. Και τα δύο. Η νεοφιθλελεύθερη αλαζονεία δεν επιβλήθηκε ως κυρίαρχη ιδεολογία παρά μόνο με την κατάρρευση των σοσιαλιστικών ιδεολογιών. ‘Εδωσε μια αλαζονεία, μια επάρκεια, μια αυτοπεποίθηση στην ολιγαρχία. Απευθύνει στους ανθρώπους έναν λόγο που τους μισοπείθει, έως ότου αντιληφθούν ότι αυτό δεν λειτουργεί. Δεν θέλω να σε κουράσω με τα πάρα πολύ τεχνικά ζητήματα των ρυθμίσεων που συζητώνται τώρα και προτείνουν οι λιγότεροι ανόητοι από τους ειδικούς. Χοντρικά το σχήμα είναι ξαναβάζουμε το σύστημα σε λειτουργία, κυττάμε όμως τι θα κάνουμε για να μην έχουμε σε τρία χρόνια την ίδια καταστροφή. Το ερώτημα είναι θα πετύχει αυτό ή όχι. Η δική μου γνώμη είναι ότι δεν θα πετύχει. ‘Η θα πετύχει πολύ λίγο.

Ερ. Θα σε πουν απαισιόδοξο λόγω μαρξισμού και αντικαπιταλισμού

Απ. Πρώτον, θα πληρώσουν οι λαϊκές τάξεις και οι λαοί, άρα θα υπάρξουν κάποιες αντιδράσεις. Προς το παρόν, παραμένουν αλαζόνες, θεωρούν ότι αυτές οι αντιδράσεις θα παραμείνουν αποσπασματικές και ελέγξιμες, με τη βοήθεια και μερικών μικρών παραχωρήσεων. Ο υπολογισμός τους κινδυνεύει να αποδειχθεί εσφαλμένος. Οι αντιδράσεις μπορεί να πάρουν μεγάλη έκταση. Δεύτερο, ακόμα και οι ιθύνουσες τάξεις του Νότου, εκτός από αυτές που δεν είναι τίποτα, είναι μικροί λακέδες, βλέπουν μια ευκαιρία να προχωρήσουν, έστω και με καπιταλιστικές αυταπάτες, μπορεί να βγάλουν το συμπέρασμα ότι καλύτερα να αναδιπλωθούν στον εαυτό τους, σε μια αυτοδύναμη (autocentree) εθνική ή περιφερειακή ανάπτυξη, αντί να περιμένουν προκοπή από την ένταξη σε αυτό το σύστημα. Στην καλύτερη περίπτωση με μια κοινωνική διάσταση, δε λέω σοσιαλιστική, στη χειρότερη χωρίς. Καλύτερη περίπτωση η Κίνα, χειρότερη η Βραζιλία. Αυτό το περιθώριο υπάρχει. Θα το χρησιμοποιήσουν, αλλά χρησιμοποιώντας το περιορίζουν το πεδίο κυριαρχίας του κεφαλαίου των ολιγοπωλίων. Το κεφάλαιο αυτό βρίσκεται σε συστημική, δομική κρίση. Δεν είμαστε πια στα 1930, και ακόμα λιγότερο στα 1948 ή στα 1970. Υπάρχει το πρόβλημα των φυσικών πόρων. Σήμερα, γνωρίζουν ότι αυτές δεν φτάνουν για να μοιραστούν. ‘Οτι η διατήρηση του δυτικού τρόπου ζωής, με τις ευχάριστες όψεις και τις όψεις της ηλίθιας σπατάλης, απαιτεί να έχει η Δύση στην αποκλειστική της διάθεση το 90% των πόρων του πλανήτη. Το ξέρουν κι αυτή είναι η βάση του συλλογικού ιμπεριαλισμού τους. Γι’ αυτό πιστεύουν ότι για να διαχειρστούν τον κόσμο, χρειάζονται τον στρατιωτικό έλεγχο του πλανήτη. Δεν τους φτάνει ο έλεγχος μέσω των ταξικών συμμάχων τους. Θέλουν στρατιωτικό έλεγχο και ταξικούς συμμάχους λακέδες, όπως η κυβέρνηση του Ιράκ ή του Καρζάι. Αν η τριάδα (ΗΠΑ, ΕΕ, Ιαπωνία) θέλει στρατιωτικό έλεγχο, αυτό γίνεται χαρτί για τις ΗΠΑ, γιατί μόνο αυτές έχουν τη δυνατότητα να βομβαρδίζουν. Μέχρι την κρίση, η τριάδα ανάπτυξε σε βαθμό τελειότητας τα μέσα παγκόσμιας κυριαρχίας της, τον ΠΟΕ στον οικονομικό τομέα, τους G-7, τον αμερικανικό στρατό και το ΝΑΤΟ. Η απολύτως συνειδητή στρατηγική τους επιδίωξη είναι να παραμείνουν ο μοναδικός ωφελημένος του πλανήτη. Οι αναδυόμενες χώρες, η Κίνα, επιβάλλονται μερικά, ακόμα βέβαια με ένα πολύ χαμηλό ΑΕΠ κατά κεφαλή, παρά τα γιγαντιαία βήματα μπροστά. Δεν μπορεί να φτάσει τους άλλους μέσα στο πλαίσιο αυτό. Μπορεί να γίνει μεγάλη δύναμη.

Ερ. Γιατί δεν μπορεί να τους φτάσει

Απ. Το τεράστιο αγροτικό πρόβλημα. Η κοινωνική βάση της εξουσίας παραμένει περιορισμένη στη μειοψηφία, ένα 20% μεσαίων τάξεων που ωφελούνται από αυτόν τον τύθπο ανάπτυξης. Οι αγρότες νοιώθουν ότι τα κυβερνητικά μέτρα τους αδυνατίζουν απέναντι στη νέα τάξη, όχι μόνο τους δισεκατομμυριούχους, αλλά και τα 200 εκατομμύρια της μεσαίας τάξης των πόλεων. Υπερασπίζουν την πρόσβασή τους στη γη, που εγγυήθηκε η επανάσταση και ο μαοϊσμός, υπερασπίζουν την απασχόληση στις κρατικές επιχειρήσεις κλπ. Αυτό βέβαια που είναι αλήθεια είναι ότι στην Κίνα η εξουσία, ίσως λόγω παράδοσης, έστω κι αν είναι εκφυλισμένοι κομμουνιστές, έχουν μια εκπαίδευση που τους κάνει να γνωρίζουν ότι πρέπει να λογαριάσουν τον λαό. Η Κίνα κάνει τώρα το καλύτερο που μπορεί να κάνει ο Νότος απέναντι στην κρίση, που σχεδόν την προέβλεψε. Γιατί από το 2002 η κινέζικη πολιτική στράφηκε στις υποδομές του εσωτερικού και οι καμπύλες της ανισότητας πλουσίων/ αγροτών-εργατών και παραλίων-εσωτερικού αντιστρέφονται. Κάνουν μια γιγαντιαία πολιτική αύξησης της εσωτερικής ζήτησης με μεγάλα έργα υποδομής, που δίνουν τεράστια ποσοστά ανάπτυξης στο εσωτερικό εν σχέσει με τις ακτές, ενιχσύουν τις μικρές βιομηχανίες των χωριών για να αμβλύνουν την πίεση επί της γης που πέρασαν από 10% των επενδύσεων σε 50% των επενδύσεων, και δημιουργούν ένα σύστημα κοινωνικής ασφάλισης των φτωχών που γενικεύεται. Δεν πρέπει να το υποτιμάμε. Η Βραζιλία κάνει το αντίθετο, προσπαθεί να ενισχύσει τη θέση της στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα χωρίς καμμιά εσωτερική μεταρρύθμιση. Και σπάνε την περιφερειακή κοινή αγορά για την αυταπάτη ότι θα την αντικαταστήσουν με τη σχέση με την Ευρώπη. Αντί να ενισχύσουν την λατινοαμερικάνικη αυτονομία έναντι του Βορρά, επιχειρούν να τα φτιάξουν με την Ευρώπη, μη βλέποντας τη βαθιά συνενοχή Ευρώπης και Μέσης Ανατολής. Ο Λούλα κάνει φιλανθρωπία, μοιράζειθ λεφτά στις φαβέλλες για να κερδίσει ψήφους, δεν προχώρησε σε μεταρρυθμίσεις, ούτε καν στην αγροτική. Η αστυνομία εξακολουθεί να χτυπιέται με τους ακτήμονες. Αυτά είναι πράγματα χωρίς μέλλον, δεν αλλάζεις έτσι μια κοινωνία.

Για να ξαναγυρίσουμε όμως στα γενικά σενάρια. Στη χειρότερη για μένα περίπτωση, το σύστημα της χρηματιστικής ολιγαρχίας της τριάδας αντιμετωπίζει το άμεσο πρόβλημα και προχωρά πίσω από τις ΗΠΑ προς τον στρατιωτικό έλεγχο του πλανήτη. Κι έχουν διαλέξει τους αντιπάλους τους. Είναι η Ρωσία και η Κίνα. ‘Αρχισαν από τους μικρούς, γιατί τους φαινόταν ευκολότερο, αν και απεδείχθη όχι και τόσο εύκολο με το Αφγανιστάν, το Ιράκ, στον Λίβανο, στην Παλαιστίνη. Και τώρα σκέφτονται σοβαρά να επιτεθούν στο Ιράν.

Ερώτ. ‘Εχουν τα μέσα, μετά το Ιράκ;

Απάντ. Δυστυχώς διατηρούν τη δυνατότητα ενός πυρηνικού βομβαρδισμού.

Ερώτ. Οι αμερικανοί ιθύνοντες ξέρουν ότι αν το κάνουν θα ξεπεράσουν ένα τρομερό ψυχολογικό, ηθικό και πολιτικό όριο

Απάντ. Το ιρανικό καθεστώς μπορούν να το παρουσιάσουν ως ένα φοβερό καθεστώς, έχει κι από μόνο του πλευρές πολύ απωθητικές, θυμάστε τι είχε πει η Ολμπράιτ για το εμπάργκο στο Ιράκ, ότι μισό εκατομμύριο νεκροί δεν είναι σπουδαίο τίμημα για έναν καλό σκοπό όπως η δημοκρατία.

Ερ. Αν γίνει κάτι τέτοιο, Ρώσοι, Κινέζοι, Ινδοί θα βγάλουν το συμπέρασμα ότι αντιμετωπίζουν κι αυτοί άμεση απειλή

Απ. Δεν έχω γυάλινη σφαίρα να κυττάω το μέλλον. Πάντως το σκέφτονται, το λένε, το προετοιμάζουν ψυχολογικά, επαναλμβάνοντας συνέχεια στον τύπο ότι θα αποκτήσει πυρηνική βόμβα και θα καταστρέψει το Ισραήλ κι ότι πρέπει να καταστραφεί προληπτικά αυτή η δυνατότητα.

Ερ. Πιστεύεις επομένως ότι ένας τέτοιος πόλεμος στη Μέση Ανατολή είναι μια προνομιακή διέξοδος από την παρούσα κρίση

Απ. Ασφαλώς, Και με την ευκαιρία, απωθούμε περισσότερο τους Ρώσους, προσαρτώντας πλήρως την Υπερκαυκασία. Το ίδιο και με τους Κινέζους. Χαμογελάνε, αλλά ταυτόχρονα εγείρουν ζητήματα, όπως το Θιβέτ. Αυτό είναι το χειρότερο σενάριο. ‘Οτι αυτό το σύστημα προχωράει κι ότι βασικά η δυτική κοινή γνώμη υιοθετεί ή αποδέχεται αυτές τις πολιτικές και μπαίνει στο παιχνίδι του στρατιωτικού ελέγχου του πλανήτη. Το καλύτερο σενάριο είναι ότι τα κοινωνικά κινήματα στη Δύση τουλάχιστον παραλύουν τις εξωτερικές περιπέτειες, παραλύουν τη βίαιη δικτατορία της χρηματιστικής ολιγαρχίας, δν λέω καν να επιβάλουν ένα νέο κοινωνικό, σοσιαλδημοκρατικό συμβιβασμό, τύπου 1945, κι από την άλλη οι χώρες του νότου θα χρησιμοποιήσουν αυτά τα περιθώρια. Εδώ βρίσκεται το μεγάλο πλεονέκτημα της Λατινικής Αμερικής, όπως μια μεγαλύτερη ωριμότητα του κοινωνικού και δημοκρατικού κινήματος, σημαντικές κατακτήσεις των κοινωνιών, στη Βενεζουέλα και τη Βολιβία, μοντερνιστικές ελίτ, δυνατότητα περιφερειακών σχημάτων, δυνατότητες που δεν τις βρίσκουμε σήμερα στον αραβικό χώρο. Είναι λίγο ακόμα, δεν είναι στο ύψος των προκλήσεων, αλλά είναι κάτι τι, δεν είναι σκόνη, αέρας.

Ερ. Το χειρότερο σενάριο για το οποίο μίλησες είναι μια επανεμφάνιση τάσεων τύπου φασισμού κλπ. Αλλά οι ολοκληρωτισμοί του μεσοπολέμου είχαν στο κάτω-κάτω έναν κάποιο ρασιοναλιστικό πυρήνα. Σήμερα πως μπορούν να πάνε εκεί, με ποιά ιδέα, με ποιά ιδεολογία. Γιατί το Ιράκ απέδειξε ότι οι ιδέες των ανθρώπων παραμένουν ισχυρότατη υλική δύναμη και ο Κλαούζεβιτς επίκαιρος.

Απ. Για να απαντήσω, θα σου μαυρίσω περισσότερο τη μαύρη εικόνα. Ο καπιταλισμός της αποκλειστικής δικτατορίας της ολιγαρχίας και του στρατιωτικού ελέγχου του πλανήτη, αν δηλαδή μπορούμε να τον αποκαλέσουμε καπιταλισμό, τόσο που βασίζεται στην πρόσοδο και δεν έχει καμμιά σχέση με τον ανταγωνισμό και όλα αυτά που περιγράφουν, χαρακτηρίζεται από πλήρη περιφρόνηση προς τη δημοκρατία. Η ΕΕ είναι το παράδειγμα της τάσης. Δημιούργησαν ένα θεσμικό σύνολο πλήρως ανεξάρτητο από τη δημοκρατία, που λειτουργεί, όσο λειτουργεί, μόνο σε εθνικό επίπεδο. Είναι ένας «καταστροφικός» καπιταλισμός, χωρίς αστικό πολιτισμό, μιλάμε για αποσύνθεση της αστικής κουλτούρας, που ήταν ο Διαφωτισμός, η μπουρζουαζία του 19ου αιώνα είχε νομιμοποίηση στη λαϊκή συνείδηση, ήταν επιχειρηματίες που δούλευαν σκληρά και αύξαναν την παραγτωγή, η αστική κουλτούρα παρήγαγε διανοούμενους. Τώρα έχουμε μια ολιγαρχία προσοδούχων (ραντιέρηδων).

Ερ. Μιλώντας σε βραχυπρόθεσμο επίπεδο, πιστεύεις ότι οι επεμβάσεις αυτών των ημερών θα σταθεροποιήσουν το σύστημα

Απ. Είναι πολύ δύσκολο να το προβλέψει κανείς. Πολύ βραχυπρόθεσμα κατάφεραν να ανεβάσουν τα χρηματιστήρια, να ξαναδώσουν εμπιστοσύνη στη διατραπεζική αγορά, που είναι το αδύνατο σημείο, γιατί μιλάμε για δισεκατομμύρια που πάνε από τη μια τράπεζα στην άλλη χωρίς σταματημό, για το ξαναμοίρασμα της υπεραξίας. Αλλά κατά τη γνώμη μου είναι πολύ εύθραυστη επιτυχία. Το καλύτερο γι’ αυτούς θα είναι να εισάγουν ρασιοναλιστικά στοιχεία αυτοπεριορισμού, γιατί δεν είναι το κράτος που περιορίζει.

Ερ. Μια κεϋνσιανή προσέγγιση θα μπορούσε να λειτουργήσει σε ένα περιβάλλον «απελευθερωμένων» ανταλλαγών;

Απ. Κανένας δεν πήρε στα σοβαρά τον Κέυνς το 1930 όταν έγραψε τις ιδέες του. Τις εφάρμοσαν πολύ αργότερα, το 1945, όταν τους υποχρέωσε η εργατική τάξη. Οι προοδευτικές δυνατότητες γίνονται πραγματικότητες μόνο όταν υπάρχουν κοινωνικές δυνάμεις που τις φέρουν. ‘Ολοι οι ουτοπιστές της ιστορίας έφτιαξαν συστήματα με κέφι και εξυπνάδα – αλλά πρέπει κάποιος να τα επιβάλει. Η πραγματική ιδεολογία αυτού του φρικτού συστήματος είναι ο ρατσισμός. ‘Ηδη από τη δεκαετία του 1970 επεξεργάζομαι την ιδέα ότι αυτό το σύστημα, του νεοκαπιταλισμού, δεν έχει τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά του καπιταλισμού. Υπάρχει μια κοινωνική ιεραρχία. Στην κορυφή η ολιγαρχία, μετά οι υποταγμένοι που αποδέχονται την υποταγή τους, οι λαοί της Δύσης, μετά οι λαοί που δεν υποτάσσονται και στους οποίους επιτρέπεται να κάνουμε οτιδήποτε, περιλαμβανομένων και γενοκτονιών.

Ερ. Το κρίσιμο ζήτημα επομένως για το αν θα υπάρξει παγκόσμιος ολοκληρωτισμός είναι η στάση των δυτικών λαών.

Απ. Υπάρχει ένα έμβρυο αυξανόμενης κοινωνικής αμφισβήτησης στους δυτικούς εργαζόμενους, υπάρχει μια πρώτη δυνατότητα ανάπτυξης ενός διεθνισμού. Υπάρχει στις δυτικές χώρες μια λανθάνουσα εξέγερση των νέων και όχι μόνο, που καμμιά φορά εκδηλώνεται με αυτούς τους μπο-μπο (μπουρζουά-μποέμ), που διερωτώνται τι είναι αυτή η ζωή που μας προτείνουν, τι είναι αυτός ο πλαστός ατομικισμός, με κάνει να πιστεύω ότι αυτά τα κοινωνικά κινήματα, στα οποία η επίθεση που θα δεχθυούν οι κοινωνίες, για να ξεπληρώσουν την κρίση, δίνει την ευκαιρία, μπορούν να αποκρυσταλλωθούν σε ένα δεύτερο σοσιαλιστικό κύμα.

Ερώτ. Αν υπήρχε μια ευρωπαϊκή αριστερά, τι θάπρεπε να ζητήσει;

Απάντ, Πιστεύω ότι χρειάζεται αποικοδόμηση του ευρωπαικού θεσμικού συστήματος όπως έχει φτιαχτεί και ενδεχομένως ξανφτιάξιμό του σε άλλες βάσεις. Αλλοιώς δεν θα υπάρξει η κοινωνική Ευρώπη και τα άλλα παχιά λόγια. Ο ευρωπαϊσμός είναι το ιδεολογικό υποκατάστατο του σοσιαλισμού και οι ευρωπαϊκές ελίτ, περιλαμβανομένης της αριστεράς έχουν προσχωρήσει σε αυτόν. Βέβαια παραμένουν ορισμένες ισχυρές εθνικές παραδόσεις και θεσμοί. ‘Οταν η Μέρκελ είπε «σκατά» (merde) στον Σαρκοζί δε φανταζόταν ότι θάχε το ίδιο πρόβλημα μετά από δυο μέρες, σημαίνει όμως ότι σκεφτόταν σαν Γερμανίδα.

Το κατά Ούγκο Τσάβες ευαγγέλιο…





























Ο πρόεδρος της Μπολιβαριανής Δημοκρατίας σκιαγραφεί τον «σοσιαλισμό του 21ου αιώνα» και το όραμά του για τη νέα αρχιτεκτονική του κόσμου

ΘΕΜΑ 1

Καράκας, Αποστολή
του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Δύο πρόσωπα σήμερα στην αμερικανική ήπειρο μαγνητίζουν το παγκόσμιο ενδιαφέρον. Ο νεοεκλεγείς, σε μια κρισιμότατη συγκυρία για την υπερδύναμη και τον κόσμο, πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα στον βορρά της ηπείρου. Και ο συνταγματάρχης Ούγκο Τσάβες, πρόεδρος της Μπολιβαριανής Δημοκρατίας της Βενεζουέλας και «κόκκινο πανί», εδώ και πολλά χρόνια, για την Ουάσινγκτον.

Συναντήσαμε τον πρόεδρο Τσάβες στο Καράκας, στο περιθώριο της 8ης παγκόσμιας συνάντησης των Διανοούμενων και Καλλιτεχνών για την Υπεράσπιση της Ανθρωπότητας, μιας οργάνωσης που ίδρυσαν στην πρωτεύουσα της Βενεζουέλας, εδώ και τέσσερα χρόνια, διανοούμενοι από 52 χώρες. Μια συνάντηση, μια συζήτηση μαζί του είναι μια «περιπέτεια», ιδίως για τον δημοσιογράφο που θέλει να συνοψίσει το νόημά της, αφού ο πιο γνωστός σήμερα, μαζί με τον Ομπάμα, πολιτικός της αμερικανικής ηπείρου μοιάζει, στον λόγο του, με ποταμό που άλλοτε κυλάει σιγά σιγά κι άλλοτε γίνεται ορμητικός χείμαρρος, διανθίζοντας με πολλή παραστατικότητα τα νοήματά του. Είναι ένας ηγέτης που «ασφυκτιά» να μεταδώσει το μήνυμά του, να εξηγήσει την πράξη του.
Στη συνέχεια παραθέτουμε τα κυριότερα σημεία των απόψεών του ανθρώπου που κυβέρνηση και πολιτικοί των ΗΠΑ λένε «δικτάτορα» και του οποίου ο Πατ Ρόμπερτσον ζήτησε δημοσίως από τον πρόεδρο Μπους να διατάξει τη δολοφονία του. Διαπιστώνοντας όμως ότι οι απειλές αυτές τού κάνουν μάλλον καλό, τα δυτικά Μέσα επιχειρούν εδώ και κάποιο καιρό να εξουδετερώσουν το συχνά εκρηκτικό περιεχόμενο των θέσεών του, παρουσιάζοντάς τον ως γραφικό «βασιλιά της γκάφας» και εκμεταλλευόμενοι τους θεατρικούς του τρόπους, όπως τότε που ανέβηκε στο βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, χαρακτηρίζοντας «διάβολο» τον Μπους και κραδαίνοντας το βιβλίο του Νόαμ Τσόμσκι. Είτε έτσι όμως, είτε αλλιώς, ο διοικητής (commandande) Ούγκο Τσάβες, που δηλώνει συνεχιστής του Τσε και του Φιντέλ (που τον λέει «πατέρα» στη συζήτηση μαζί μας), του Λένιν και του Μπολίβαρ, οπαδός της «Διαρκούς Επανάστασης» του Λέον Τρότσκι κι όχι της «παγωμένης του Ναπολέοντα», προνομιακός συνομιλητής Ρώσων, Ιρανών και Κινέζων, δεν αφήνει κανέναν στον κόσμο αδιάφορο.

ΘΕΜΑ 2
«Δουλεύουμε για μια
ενωμένη Λατινική Αμερική»

«Επιδιώκουμε», λέει ο Τσάβες, «να σχεδιάσουμε έναν νέο γεωπολιτικό χάρτη του κόσμου. Οι εποχές αλλάζουν. Θα έρθει μια μέρα που οι ΗΠΑ δεν θα είναι πια αυτοκρατορία, θα είναι μια δύναμη, όχι όμως μια αυτοκρατορία». Διαψεύδει ότι τρέφει ο ίδιος «ηγεμονικές» τάσεις. «Με τον Ραφαέλ (Κορρέα, πρόεδρο του Ισημερινού) και τον Έβο (Μοράλες, πρόεδρο της Βολιβίας) δεν είμαστε παρά μια λέσχη φίλων. Δημιουργήσαμε μια τράπεζα για να χρηματοδοτήσουμε το εμπόριο μεταξύ μας». Η λατινοαμερικανική ολοκλήρωση είναι το μεγάλο όνειρο του προέδρου της Βενεζουέλας, που είναι ο αυτουργός κάθε σχετικής πρωτοβουλίας και πρότεινε μάλιστα, στον απόηχο της οικονομικής κρίσης, να αποκτήσει η ήπειρος το δικό της κοινό νόμισμα, το σούκρε (από το όνομα του στρατιωτικού ηγέτη της εξέγερσης κατά της ισπανικής κυριαρχίας). Προχωράει το σχέδιο μιας «Τράπεζας του Νότου» και ενός «Αμυντικού Συμβουλίου» της Νότιας Αμερικής. «Την ώρα που ο νεοφιλελευθερισμός καταρρέει, εμείς προχωράμε στην ενότητά μας. Δεν έχουμε ούτε μια μέρα να χάσουμε», λέει περήφανος και ανυπόμονος ο Τσάβες.

«Εμείς ξυπνήσαμε τον OPEC το 2000 και μόνο για δύο ψήφους δεν πέρασε η πρότασή μας να φτιάξουμε μια τράπεζα των πετρελαιοπαραγωγών χωρών. Φανταστείτε σε ποια θέση θα ήμαστε τώρα αν υπήρχε. Φτιάξαμε στρατηγική σχέση με τη Ρωσία και την Κίνα. Είμαστε μόνοι όταν ξεκινήσαμε τον αγώνα εναντίον της Συμφωνίας Ελεύθερου Εμπορίου που προωθούσαν οι ΗΠΑ, στο τέλος όμως τη… θάψαμε. Και εγκαθιδρύσαμε έλεγχο των συναλλαγών για να προστατευθούμε από το κερδοσκοπικό κεφάλαιο, που φεύγει μέσα σε μια νύχτα», μας λέει.

ΘΕΜΑ 3

«Σημείο των καιρών η νίκη
του μαύρου Ομπάμα»

Ο πρόεδρος της Βενεζουέλας έχει επανειλημμένα εξάρει την ιστορική εκλογή ενός απόγονου πάμφτωχων Αφρικανών ως προέδρου του ισχυρότερου έθνους στον κόσμο, βλέποντας στην εκλογή αυτή ένα σύμπτωμα της αλλαγής των καιρών, μιας «αλλαγής που άρχισε εδώ, στη Νότιο Αμερική, και χτυπάει τώρα τις πόρτες των ΗΠΑ». Το μήνυμά του προς τον νεοεκλεγέντα πρόεδρο είναι σαφές: «Ας ασχοληθεί με τα προβλήματα της χώρας του κι ας εγκαταλείψει τον ιμπεριαλισμό, ας βρει έναν τρόπο συνεργασίας με τις άλλες χώρες στον κόσμο. Ήρθε ο καιρός να εγκαθιδρύσουμε νέες σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Βενεζουέλας και στην περιοχή μας, σχέσεις βασισμένες στον σεβασμό της κυριαρχίας, της ισότητας, της αληθινής συνεργασίας. Είμαι έτοιμος να καθίσω μαζί του και να συζητήσω ένα σχέδιο για σχέσεις ισότητας και αμοιβαίου σεβασμού. Ούτε περισσότερο, ούτε λιγότερο. Να μπούμε σε ένα καινούργιο στάδιο, που θα επιτρέπει διαφορές. Γιατί εμείς βέβαια είμαστε επαναστάτες, σοσιαλιστές και δεν θα αλλάξουμε κατεύθυνση. Δεν ζητάμε να γίνει ο Ομπάμα επαναστάτης και σοσιαλιστής. Του ζητάμε, ως μαύρος, να κάνει μια καινούργια αρχή, να σταματήσει την επίθεση κατά της Βενεζουέλας και του Ιράν, να σταματήσει τον πόλεμο στο Ιράκ. Είμαι σίγουρος ότι καταλαβαίνει ότι ο Τσάβες δεν είναι ούτε απειλή για τις ΗΠΑ, ούτε τύραννος». Κατ’ ιδίαν βέβαια, ορισμένοι «τσαβίστες» ανησυχούν γιατί πιστεύουν ότι ο Ομπάμα θα αποδειχθεί ικανότερος να συγκαλύψει την επιθετική πολιτική της χώρας του...

ΘΕΜΑ 4

«Η Βενεζουέλα μπορεί
να στηριχτεί στη Ρωσία»

Ο Τσάβες εκφράζει ήδη τον φόβο ότι οι ΗΠΑ θα αντιδράσουν όταν υπογράψει τη συμφωνία πυρηνικής συνεργασίας με τον Ρώσο πρόεδρο Μεντβέντεφ, που θα υποδεχθεί στο Καράκας, τέλη του μήνα, μαζί με ένα μικρό ρωσικό στόλο υπό τη ναυαρχίδα της Ρωσίας, το «Πιοτρ Βελίκι», που καταπλέει για κοινά γυμνάσια στην Καραϊβική. Η συνεργασία μας θα είναι απολύτως ειρηνική, απαντάει προκαταβολικά στις αιτιάσεις της Ουάσιγκτον και προσθέτει: «Η μόνη γιγαντιαία, άπειρη ατομική μας βόμβα είναι το ηθικό κι η συνείδηση του λαού της Βενεζουέλας. Μας κόστισε πολύ, το παλέψαμε να φτιάξουμε τη στρατηγική σχέση με τη Ρωσία, αλλά τώρα είμαστε σύμμαχοι, η Βενεζουέλα μπορεί να στηριχτεί στη Ρωσία, είμαστε τώρα ελεύθεροι, απελευθερωθήκαμε από τον γιάνκικο ιμπεριαλισμό και χρησιμοποιούμε την ελευθερία μας».

ΘΕΜΑ 5

«Προέβλεπαν ότι θα καταρρεύσουμε
εμείς και τελικά χρεοκόπησαν αυτοί»


Σε αντίθεση με τα περισσότερα Κ.Κ. της Λατ. Αμερικής, που δεν μπόρεσαν να νιώσουν αληθινά τις ανάγκες των κοινωνιών του αμερικανικού νότου, και σπανιότατα βρέθηκαν επικεφαλής των εξεγέρσεών τους, ο μπολιβαριανός «σοσιαλισμός του 21ου αιώνα» είναι ένα βαθύτατα εθνικό κίνημα. «Τι ήταν η Βενεζουέλα άλλο από μια αποικία των ΗΠΑ, σε όρους πετρελαίου και σε όρους κουλτούρας;», μας λέει ο Τσάβες, προτού διερωτηθεί: «Αν δεν είχαμε αποσυνδεθεί από τις ΗΠΑ και τον παγκόσμιο καπιταλισμό, από την Παγκόσμια Τράπεζα και το ΔΝΤ, από τις τράπεζές τους, θα αντιμετωπίζαμε τώρα τρομακτική κρίση. Και τώρα φυσικά θα επηρεαστούμε. Αλλά δεν υπάρχει πανικός. Κι αν δοκιμάσουν οι ιδιωτικές τράπεζες να εκμεταλλευθούν την κατάσταση και να μας παίξουν παιχνίδια, θα τους τις πάρουμε».

«Αυτοί, η Merrill Lynch, η Goldman Sachs, η Lehman Brothers, οι καλύτεροι βορειομερικανοί σπεσιαλίστες, δέκα χρόνια τώρα προφητεύουν ότι θα χρεοκοπήσουμε, ότι η Βενεζουέλα θα καταρρεύσει», μας λέει ο πρόεδρος και συνεχίζει: «Δεν πέρασε ούτε μια μέρα που να μη μας δείξουνε το μίσος τους. Τώρα, ποιος έχει χρεοκοπήσει; Πού είναι αυτοί και πού εμείς; Μας κατηγορούσαν ότι εθνικοποιούσαμε, τώρα αυτοί εθνικοποιούν. Οι δικές τους τράπεζες, οι μεγάλες καπιταλιστικές τράπεζες χρεοκοπούν, εμείς, εδώ στη Βενεζουέλα, ιδρύουμε τράπεζες στις γειτονιές, τις διαχειρίζονται άντρες και γυναίκες, εκλεγμένοι εκπρόσωποι των κατοίκων, τους δώσαμε εκατομμύρια. Εμείς δεν έχουμε πανικό, γιατί καταφέραμε να αποσυνδεθούμε από τον παγκόσμιο καπιταλισμό». Ο Τσάβες πρότεινε στον Σαρκοζί μια διάσκεψη όχι μόνο των μεγάλων του κόσμου, αλλά μια παγκόσμια συνέλευση των κυβερνήσεων για την αντιμετώπιση των οικονομικών προβλημάτων. Αλλά, λέει, «αυτοί μοιάζουν κλεισμένοι στον κόσμο τους, ο κόσμος βρίσκεται σε χάος, δεν δίνουν ούτε σεντ για τους φτωχούς του πλανήτη, βρίσκουν όμως τρισεκατομμύρια για να σώσουν την παγκόσμια μπουρζουαζία. Αλλά ο καπιταλισμός δεν σώζεται».

«Εμείς στη Βενεζουέλα οικοδομούμε μια στέρεη εθνική οικονομία. Ένα μοντέλο κατάλληλο για εμάς», λέει ο Τσάβες και προσθέτει: «Την ονομάζουμε μπολιβαριανή, αλλά είναι σοσιαλισμός. Πρέπει να ξαναεφεύρουμε τον σοσιαλισμό. Βγάζουμε τώρα τα ντοκουμέντα του Ροντρίγκεζ, του “Σωκράτη του Καράκας”, από το σκοτάδι όπου τα έριξαν οι δικτάτορες. Διεξάγουμε έναν πόλεμο να ξανακερδίσουμε την κουλτούρα μας. Η Νότια Αμερική δεν μπορεί να αντιγράψει μοντέλα. Πρέπει να βρούμε τα δικά μας... Ο Φιντέλ λέει ότι ένα από τα μεγαλύτερα σφάλματά μας ήταν να πιστεύουμε ότι κάποιος ξέρει πώς να οικοδομήσει τον σοσιαλισμό. Είχαμε διάφορες εμπειρίες, στη Χιλή, τη Βολιβία, τη Νικαράγουα, την Καραϊβική. Μόνο η κουβανέζικη επανάσταση άντεξε, μόνο η Κούβα δεν υπέκυψε στον ιμπεριαλισμό».

ΘΕΜΑ 6
«Ο Φιντέλ προείδε το επαναστατικό
κύμα όταν ήμασταν στο ναδίρ…»

Τον Τσάβες τον είπαν «τύραννο» και «δικτάτορα» (παρ’ όλο που κέρδισε καμιά δεκαριά εκλογικές αναμετρήσεις, πιστοποιημένες ελεύθερες από το κέντρο Κάρτερ). «Ναι, και τον Μπολίβαρ, όμως, μήπως δεν τον χαρακτήρισαν έτσι; Ο στρατός της Βενεζουέλας», εξηγεί ο συνταγματάρχης των αλεξιπτωτιστών, επικεφαλής μιας στρατιωτικής εξέγερσης το 1993 και φυλακισθείς, προτού αμνηστευθεί και εκλεγεί πανηγυρικά πρόεδρος, «ήταν επαναστατικός από την αρχή, ήταν ο στρατός του Μπολίβαρ, ως τέτοιος ιδρύθηκε. Εμείς, πριν από δέκα χρόνια, είδαμε τη διεθνή κατάσταση, είχαμε και το παράδειγμα της Κούβας. Στην Ευρώπη ήταν σαν κάποιος να είχε κλείσει το φως. Είχαν δαιμονοποιήσει όλες τις σοσιαλιστικές ιδέες. Δέχτηκαν χωρίς κουβέντα τη συναίνεση της Ουάσιγκτον, λάτρευαν το ΔΝΤ. Τα πανεπιστήμιά σας πλημμύρισαν από νεοφιλελεύθερο φονταμενταλισμό. Το να διατηρήσεις -σε μια τέτοια κατάσταση- ζωντανές τις αξίες του σοσιαλισμού έχει τεράστια σημασία, και αυτή ήταν η μεγάλη συμβολή του Φιντέλ. Εμείς εδώ αναρωτηθήκαμε τότε αν πρέπει να προχωρήσουμε στην επανάσταση. Δεν μπορούσαμε όμως να κάνουμε αλλιώς, γιατί υπήρχε ένα κίνημα που το ζητούσε. Βλέπουμε τώρα ένα προοδευτικό, επαναστατικό κύμα που σηκώθηκε στη Λατινική Αμερική, κι αυτό το κύμα ο Φιντέλ το προείδε όταν βρισκόμαστε στο χειρότερο σημείο. Το πνεύμα του σοσιαλισμού ζητάει τώρα την ενσάρκωσή του, μια υλική βάση. Αν δεν ριζώσει, το φάντασμα θα φύγει από το μυαλό. Γι’ αυτό θέλουμε να προχωρήσουμε στον σοσιαλισμό όλο και πιο γρήγορα. Αλλά κάναμε βέβαια σφάλματα, θέλαμε να τα κάνουμε όλα μαζί, δεν γίνονται όλα μαζί. Ξεκινήσαμε μια μετάβαση».

«Χρειαζόμαστε την πολιτοφυλακή, χρειαζόμαστε και τις ιδέες», τονίζει ο «κομαντάντε», «τσιτάροντας» το βιβλίο του Ivan Meszaros «Πέρα από το Κεφάλαιο». «Ο Μeszaros», λέει, «έχει πολύ δίκιο όταν γράφει ότι το πιο συνηθισμένο στρατηγικό σφάλμα είναι να επιτίθεσαι στο σημείο ήσσονος αντίστασης του αντιπάλου. Εγώ συμφωνώ απολύτως μαζί του. Η επίθεση πρέπει να γίνεται στο πιο ισχυρό σημείο του αντιπάλου. Το πνεύμα πρέπει να βρει το σώμα. Η κουβανέζικη φλόγα έγινε φωτιά και ζεσταίνει την ήπειρο. Ας θάψουμε τον καπιταλισμό, ας γράψουμε ιστορία, προσφέροντας τον σοσιαλισμό στην ανθρωπότητα. Η δικιά μου πατρίδα είναι η ανθρωπότητα, το δίκιο, ο λαός, η αγάπη».

ΕΝΘΕΤΟ

Διεκδικεί την κληρονομιά του Αλιέντε, αλλά… οπλισμένη

Τρίτη βράδυ, θέατρο Καρένιας στο Καράκας. Πρεμιέρα του έργου «Σαλβαδόρ Αλιέντε, ο θάνατος ενός προέδρου». Μεταξύ των θεατών, ο εγγονός και πολλοί συνεργάτες του δολοφονηθέντος Χιλιανού ηγέτη. Ο ηθοποιός κοιτάει σκεφτικός το αυτόματο που κρατάει στο χέρι, δώρο, και προτροπή μαζί, από τον Φιντέλ Κάστρο. Είναι αργά, όμως, για να το χρησιμοποιήσει. Στην υπηρεσία του Χένρι Κίσινγκερ και της CIA, οι στρατηγοί του τον πρόδωσαν κι ο ίδιος δεν θέλησε να οπλίσει τους εργάτες. 11 Σεπτεμβρίου του 1973, η αεροπορία βομβαρδίζει το προεδρικό μέγαρο της Μονέδα, στο κέντρο του Σαντιάγο (ένα μόλις χρόνο προτού οι ίδιες δυνάμεις στρέψουν τον δολοφονικό τους οίστρο κατά των Ελλήνων στην Κύπρο). Είναι αργά για να αμυνθεί, δεν είναι αργά για να θυσιαστεί. Αρνείται να φύγει από τη χώρα, όπως του προτείνουν. Μιλάει για τελευταία φορά στον λαό που τον εξέλεξε: «Ζήτω η Χιλή, ζήτω ο λαός, ζήτω οι εργαζόμενοι»! Η αυλαία πέφτει. Μέσα στον ορυμαγδό των εκρήξεων και των πυροβολισμών ακούγεται καθαρά η φωνή του: «Ο Αλιέντε δεν παραδίδεται!».

Τα φώτα ανάβουν, όρθιοι και συγκινημένοι οι θεατές χειροκροτούν ασταμάτητα. Από την πρώτη σειρά της πλατείας ο συνταγματάρχης Ούγκο Τσάβες ανεβαίνει στη σκηνή, φιλάει και αγκαλιάζει σφιχτά πολλή ώρα τον ηθοποιό που έπαιξε τον Αλιέντε. Το θέατρο παραληρεί, κι όταν αυτός φεύγει στα παρασκήνια, του ζητάει επίμονα να ξαναγυρίσει. Επιστρέφει για να φωνάξει: «Ο Αλιέντε ζει. Είναι η ελπίδα όχι μόνο της Χιλής, είναι η ελπίδα της αμερικάνας πατρίδας (de la patria americana), της πατρίδας του Μπολίβαρ». Γεμάτη «τσαβίστες» και ντυμένη στα κόκκινα, η αίθουσα απαντάει φωνάζοντας με όλη τη δύναμη των πνευμόνων της: «Ο Αλιέντε ζει, ο αγώνας συνεχίζεται».

Στα «ορεινά», μια ομάδα ιθαγενών από τον Ορινόκο της Αμαζονίας, ντυμένοι με τις παραδοσιακές φορεσιές τους, εκπρόσωποι του πρώτου πανεπιστημίου τους που ιδρύθηκε από την κυβέρνηση Τσάβες, χοροπηδάνε χαρούμενοι, θέλοντας να δείξουν την ευγνωμοσύνη τους στον πρώτο πρόεδρο της Βενεζουέλας που έκανε κάτι γι’ αυτούς. «Pueblo culto, pueblo libro» (λαός μορφωμένος, λαός ελεύθερος), τους χαιρετάει ο Τσάβες από τη σκηνή και απευθυνόμενος σε όλη την αίθουσα λέει: «Εσείς είστε οι οικοδόμοι του μπολιβαριανού σοσιαλισμού, εσείς πρέπει να παλέψετε εναντίον των Σειρήνων της διαφθοράς και του ατομικισμού», προτού καυχηθεί γιατί επί των ημερών του τα παιδιά τελειώνουν το σχολείο και όσοι δεν το τέλειωσαν ξαναπάνε τώρα και γιατί η Βενεζουέλα εκτόξευσε πριν από μερικές μέρες της τον πρώτο δορυφόρο της, που τον ονόμασε (πως αλλιώς;) «Σιμόν Μπολίβαρ». «Αναλφαβητισμός μηδέν, φτώχεια μηδέν, πείνα μηδέν», είναι το τρίπτυχο που συμπυκνώνει τις προσπάθειες, άλλοτε επιτυχείς, άλλοτε λιγότερο, της «μπολιβαριανής» κυβέρνησης της Βενεζουέλας.

Αν όμως ο Τσάβες διεκδικεί την πολιτική κληρονομιά της χιλιανής «Λαϊκής Ενότητας», δεν διεκδικεί καθόλου τον αποκλειστικά ειρηνικό χαρακτήρα των μεθόδων της. Από τη σκηνή του θεάτρου Καρένιας, προειδοποιεί τώρα τους «φασίστες» της αντιπολίτευσης ότι ο στρατός που ίδρυσε ο Σιμόν Μπολίβαρ δεν θα τους επιτρέψει να ανατρέψουν τη δική του, «μπολιβαριανή» επανάσταση. «Τους προειδοποιώ, η δική μας επανάσταση θα είναι πάντα οπλισμένη, εδώ ο λαός έχει όπλα, δεν κατάφεραν να μας υποτάξουν, δεν θα το πετύχουν ποτέ», λέει και η αίθουσα του απαντά ενθουσιασμένη «λαός ενωμένος, ποτέ νικημένος». (Στην πραγματικότητα βέβαια, το αντίστροφο μοιάζει πιο αληθινό. Εδώ στη Βενεζουέλα είναι τα «όπλα» μάλλον που βρήκαν την «επανάστασή» τους, παρά η «επανάσταση» που βρήκε τα «όπλα» της).