Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαύρος Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαύρος Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Απριλίου 2009

ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

Ενώ στην Ελλάδα η δημοσιότητα κυριαρχείται από τα αστυνομικά δελτία, τους κομματικούς καβγάδες και τα παρελκόμενα της οικονομικής κρίσης, στην Κύπρο οι διαπραγματεύσεις Χριστόφια-Ταλάτ καλά κρατούν, παρ’ όλες τις δυσκολίες και τα αδιέξοδα, ελλείψει προφανώς εναλλακτικής πολιτικής. Διακηρυγμένος κοινός στόχος όλων των πλευρών, μετά το καταλυτικό ΟΧΙ του Κυπριακού Λαού στο σχέδιο Ανάν, είναι μια λύση “από τους Κυπρίους και για τους Κυπρίους” στη βάση μιας “δικοινοτικής διζωνικής ομοσπονδίας”.

Νομιμοποιητική αφετηρία της τελευταίας αποτελούν οι συνομιλίες Μακαρίου-Ντενκτάς του 1977 καθώς και το “επιχείρημα” ότι κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι πιό πατριώτης από τον Μακάριο. Οι υποστηρικτές αυτής της προσέγγισης αναφέρονται πονηρά σε ανύπαρκτη “συμφωνία” Μακαρίου-Ντενκτάς και επιλέγουν να “ξεχνούν” δύο μικρές λεπτομέρειες: πρώτον ότι ο ίδιος ο Μακάριος αποκήρυξε δημόσια, στην τελευταία του ομιλία στην Πλατεία Ελευθερίας, τη διζωνική και, δεύτερον, ότι τον Νοέμβριο του 1983 ιδρύθηκε το κατοχικό ψευδοκράτος το οποίο έκτοτε αναπτύσσει αδιάλειπτα μια προκλητική πολιτική εποικισμού, που συνιστά έγκλημα πολέμου, καταστροφής μνημείων και αλλαγής τοπωνυμίων και αρνείται πεισματικά να λογοδοτήσει για τους χιλιάδες αγνοούμενους του 1974.

Εκτός των παραπάνω, που δείχνουν αδιάψευστα τις προθέσεις της άλλης πλευράς, είναι γεγονός ότι η “διζωνική”, όπως την αντιλαμβάνεται η τελευταία, είναι αντίθετη με τα ανθρώπινα δικαιώματα και το κοινοτικό κεκτημένο διότι οι δύο “ζώνες” αποτελούν προϊόν εγκλήματος (εισβολής, κατοχής και εθνοκάθαρσης) και τυχόν νομιμοποίησή τους θα ισοδυναμούσε με υπονόμευση έως ακύρωση του δικαιώματος επιστροφής των προσφύγων στις εστίες τους και ανάκτηση των περιουσιών τους καθώς και περιορισμό του δικαιώματος εγκατάστασης στα σημερινά κατεχόμενα των Ελλήνων -Κυπρίων και Ελλαδιτών- τη στιγμή που το δικαίωμα αυτό θα είχαν οι πολίτες όλων των υπολοίπων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιπλέον, η “διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία”, όταν νοείται με όρους “πολιτικής ισότητας” των δύο κοινοτήτων, κατ’ ανάγκην αντιστρατεύεται την δημοκρατική αρχή της πλειοψηφίας και οδηγεί σε συνομοσπονδία και τελικά σε διχοτόμηση, αν όχι σε τερατογεννέσεις τύπου σχεδίου Ανάν με εκ περιτροπής προεδρίες, ρατσιστικά εγγυημένες πλειοψηφίες, ρατσιστικά διαχωρισμένους κυβερνητικούς και πολιτειακούς θεσμούς κλπ που κάθε άλλο παρά την “επανένωση” της Κύπρου προοιωνίζουν.

Προεκλογική δέσμευση του Προέδρου Χριστόφια υπήρξε η αναζήτηση λύσης που θα εξασφάλιζε μία κυριαρχία, μία ιθαγένεια, μία διεθνή προσωπικότητα καθώς και την ενότητα του χώρου και της οικονομίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. Είναι φανερό ότι οι διαπραγματεύσεις με τον Ταλάτ δεν οδηγούν σε αυτή την κατεύθυνση. Το αντίθετο μάλιστα. Ο λόγος βέβαια είναι ότι ο συνομιλητής του Προέδρου δεν είναι πραγματικά εκπρόσωπος της τουρκοκυπριακής κοινότητας (δεδομένου ότι οι μισοί τουρκοκύπριοι έχουν διαφύγει στο εξωτερικό και η συντριπτική πλειοψηφία του εκλεκτορικού σώματος απαρτίζεται από εποίκους) αλλά πολιτικός επίτροπος των τουρκικών κατοχικών δυνάμεων.

Όσο συνεχίζεται αυτή η κατάσταση, δίκαιη και βιώσιμη λύση του κυπριακού δεν μπορεί να υπάρξει και το βάφτισμα της παρωδίας των “διαπραγματεύσεων” ως διαδικασίας “κυπριακής” αποτελεί πολιτική απάτη στην οποία ενέχονται συνειδητά όλοι οι εμπλεκόμενοι. Και αν από την πλευρά της Τουρκίας και των συμμάχων της οι σκοπιμότητες γι αυτό είναι έκδηλες, το ίδιο δεν συμβαίνει σε ότι αφορά την Κύπρο και την Ελλάδα. Μόνο ως προϊόν αδυναμίας, προϊόν εξάρτησης και υποτέλειας, τόσο της Αθήνας όσο και της Λευκωσίας, απέναντι στην Άγκυρα, την Ουάσιγκτων και το Λονδίνο, μπορεί να νοηθεί η “πολιτική” που ακολουθεί η “δική μας” πλευρά. Ενώ η Ελλάδα κρύβεται μονίμως πίσω από την Κύπρο –στην οποία “συμπαρίσταται” θεωρητικά- η πρώτη κίνηση Χριστόφια στη διεθνή σκηνή, όταν εξελέγη Πρόεδρος, ήταν να επισκεφθεί το Λονδίνο και να διαβεβαιώσει τον Βρετανό Πρωθυπουργό ότι δεν τίθεται θέμα βρετανικών βάσεων, θέση που υποστήριξε επικαλούμενος τον “ρεαλισμό” της αποφυγής ανοίγματος πρόσθετου μετώπου. Εκτός του ότι η στάση του “καλού παιδιού”, όποτε έχει δοκιμασθεί -από όλες τις δυνάμεις του πολιτικού φάσματος- έχει επιφέρει οδυνηρά αποτελέσματα, είναι ασύγνωστη αφέλεια -εκτός από αναξιοπρέπεια- να διεκδικεί η Κυπριακή Δημοκρατία τις “καλές υπηρεσίες” του πιό ύπουλου εχθρού της. Και είναι διπλή αφέλεια να ελπίζει ότι θα μπορούσε ποτέ η Τουρκία να παραιτηθεί από τον “εγγυητικό” της ρόλο στην Κύπρο –ακόμα και αν απέσυρε (κάποια από) τα στρατεύματά της- όσο παραμένει η Βρετανία επικυρίαρχος δια των βάσεων.

Βεβαίως η Τουρκία έχει γεωστρατηγικές (γεωοικονομικές και γεωπολιτικές) βλέψεις στην Κύπρο και πέραν της Κύπρου, πρός τον Νότο και πρός Δυσμάς. Η Κυπριακή Δημοκρατία όμως δεν είναι άοπλη. Εκτός από το διεθνές δίκαιο, τις αποφάσεις του ΟΗΕ, του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του Συμβουλίου της Ευρώπης, είναι πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και από την ψήφο της θα κριθεί η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας τον προσεχή Απρίλιο και Δεκέμβριο. Επίσης έχει ισχυρούς ιστορικούς δεσμούς με τη Ρωσία, τον Αραβικό κόσμο και άλλες σημαντικές χώρες.

Το πρόβλημα της Κύπρου όμως είναι η Ελλάδα. Η Ελλάδα που συνομωτούσε με τους Βρετανούς και τους Τούρκους το 1955 και το 1957, που υποχρέωνε τους Κυπρίους να συνθηκολογήσουν στη Ζυρίχη και στο Λονδίνο το 1959 και το 1960, η Ελλάδα που, δια του Παπαδόπουλου, την αφόπλισε αποσύροντας τη Μεραρχία το 1967 και, δια του Ιωαννίδη, την ματοκύλησε το 1974, η Ελλάδα του Καραμανλή που την έβλεπε τότε “μακριά” και του Ανδρέα που την έβαζε “στο ράφι” του Νταβός και που, το 2004, οι Σημίτης, Παπανδρέου, Κωνσταντόπουλος -και όλο το πολιτικοεκδοτικό κατεστημένο των Αθηνών- την πίεζαν να αυτοχειριαστεί δεχόμενη το επαίσχυντο Σχέδιο Ανάν. Η Ελλάδα που μέχρι σήμερα δεν έχει δικάσει τους πραξικοπηματίες και δεν έχει τιμήσει τους πεσόντες. Η Ελλάδα που δεν τολμά –μόνη αυτή- να διεκδικήσει τις γερμανικές αποζημιώσεις και το κατοχικό δάνειο. Η Ελλάδα της υποτέλειας. Η Ελλάδα της διαπλοκής και της διαφθοράς. Η Ελλάδα όπως την θέλουν κάποιοι. Η Ελλάδα την οποία δεν μπορούμε ποτέ να δεχθούμε εμείς.

Γ.Μ.

13/3/2009

Κυριακή 1 Μαρτίου 2009

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΚΥΠΡΟΥ: ΣΧΟΛΙΑ ΕΥΠΡΟΣΔΕΚΤΑ!

Οι σοβαρές καταγγελίες για έλλειψη χρηστής διοίκησης στο Ινστιτούτου διερευνώνται και από την Γενική Ελεγκτή του κράτους

Νέα, συγκλονιστικά στοιχεία έρχονται στην επιφάνεια για τα όσα παράτυπα και παράνομα έχουν καταγγελθεί για τη λειτουργία του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου. Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες μας, υπάρχουν έγγραφα στα οποία φαίνεται να επιβεβαιώνονται οι αυθαίρετες και επιλεκτικές προσαυξήσεις σε προσωπικό του Ινστιτούτου χωρίς να υπάρχουν εγκεκριμένα σχέδια υπηρεσίας και χωρίς να προκηρυχθούν οι θέσεις, αλλά ούτε υπάρχει και η έγκριση των μισθολογικών αυτών αναβαθμίσεων (από κλίμακες Α2 σε Α8 και από Α13 σε Α16) από το Συμβούλιο των κυβερνητών του Ινστιτούτου. Φαίνεται να υπάρχουν έγγραφα στα οποία έχει δηλωθεί μεγαλύτερος αριθμός προσωπικού από ότι εργάζετο στο Ινστιτούτο με αποτέλεσμα να εξασφαλίζονται μεγαλύτερα κονδύλια στον προϋπολογισμό και για τα οποία δεν υπάρχουν επαρκείς εξηγήσεις. Επίσης, υπάρχουν έγγραφα στα οποία φαίνονται δηλωμένα έξοδα διακίνησης υπηρεσιακού οχήματος, ύψους £500 εβδομαδιαία, χωρίς να δικαιολογούνται. Φαίνονται επίσης εικονικοί προϋπολογισμοί που ποτέ δεν έχουν εγκριθεί από το Συμβούλιο των Κυβερνητών. Η κυβέρνηση, σύμφωνα με χθεσινή ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών, είναι αποφασισμένη να προχωρήσει σε βάθος διερεύνησης και για το σκοπό αυτό από τον περασμένο Φεβρουάριο που ανέλαβε τα καθήκοντά της και ενημερώθηκε για το πρόβλημα προχώρησε άμεσα στη λήψη συγκεκριμένων μέτρων , προβαίνοντας σε μια σειρά από ενέργειες. Οι τεκμηριωμένες και με στοιχεία καταγγελίες που έγιναν από τον Εκπρόσωπο Τύπου του ΑΚΕΛ και βουλευτή του κόμματος Αντρο Κυπριανού στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ευρωπαϊκών Υποθέσεων φαίνεται να έχουν θορυβήσει πολλούς εμπλεκόμενους, αφού αναμένεται σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες μας στην προσεχή συνεδρία της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής να κατατεθούν περισσότερα στοιχεία και να γίνουν συγκεκριμένες και ονομαστικές αναφορές. Στο μεταξύ, από τις 8 Σεπτεμβρίου 2008 το Υπουργείο Εξωτερικών ενημέρωσε με επιστολή του την Γενική Ελέγκτρια της Δημοκρατίας για την ύπαρξη νομικών και καταστατικών προβλημάτων στο Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Κύπρου, αλλά υπήρξε και αλληλογραφία για τις οικονομικές καταστάσεις στο Ινστιτούτο. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, υπάρχει ήδη η εμπλοκή της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, η οποία θα κληθεί στη Βουλή να ενημερώσει σχετικά την αρμόδια Επιτροπή . Στη Βουλή αναμένεται να κληθούν και οι ιδιώτες νομικοί σύμβουλοι του Ινστιτούτου, όπως και οι ελεγκτές για να δώσουν εξηγήσεις πως επιτράπηκε η κατάθεση και η έγκριση προϋπολογισμών και ετήσιων λογιστικών εκθέσεων χωρίς την έγκριση του Συμβουλίου Κυβερνητών. Εγείρονται επίσης ερωτήματα γιατί δεν υπήρξαν νομικές συμβουλές έτσι ώστε το Ινστιτούτο να λειτουργεί σύμφωνα με το Καταστατικό και όχι καθ
υπέρβαση εξουσιών. Το Υπουργείο Εξωτερικών αναφέρεται και στην υπουργική απόφαση στις 11 Ιουνίου 2008, όπως κατατεθεί αίτηση στο δικαστήριο ώστε να διοριστεί Προσωρινή Επιτροπή. Αποτέλεσμα, στις 6 Οκτωβρίου να εκδοθεί Διάταγμα δικαστηρίου με το οποίο ορίστηκε Προσωρινή Διοίκηση του Ινστιτούτου, η οποία αποτελείται από τον Υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Κυπριανού, τον Υφυπουργό παρά τω Προέδρω Τίτο Χριστοφίδη και τον Γενικό Διευθυντή του Γραφείου Προγραμματισμού Α. Μολέσκη, για να προβεί σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένων τροποποιήσεων του καταστατικού. Αρχισαν ήδη οι συζητήσεις και έγιναν προτάσεις για να ετοιμαστεί προσχέδιο νέου καταστατικού, το οποίο θα συζητηθεί στις 18 Δεκεμβρίου 2008. Ο εκπρόσωπος Τύπου του ΔΗΣΥ κ. Τάσος Μητσόπουλος ανέφερε ότι εγείρονται πελώρια ζητήματα που έχουν να κάνουν με τη χρηστή διοίκηση και ζητεί πλήρη διερεύνηση των καταγγελιών που έγιναν. Στα πλαίσια άσκησης του κοινοβουλευτικού ελέγχου η κοινοβουλευτική ομάδα του Δημοκρατικού Συναγερμού ζητά όπως κληθούν στην Επιτροπή Ευρωπαϊκών Υποθέσεων οι πρώην Υπουργοί Εξωτερικών και πολιτικοί προϊστάμενοι του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου. Η Πρωτοβουλία Ελεύθεροι Πολίτες ζητά να υπάρξει αυτεπάγγελτη παρέμβαση της Ελεγκτικής και Νομικής Υπηρεσίας, τονίζοντας ότι και η παραμικρή υποψία για παράνομες ενέργειες σε οργανισμούς που τελούν υπό την εποπτεία του κράτους, δικαίως εξοργίζει τους πολίτες, οι οποίοι αναμένουν τήρηση της νομιμότητας και εκεί που δεν τηρείται, να υπάρξει αυστηρή τιμωρία όσων καταχρώνται της εμπιστοσύνης της πολιτείας.
Γιάννης Μαύρος

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2008

ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

Με αφορμή σκέψεις του Τάκη Φωτόπουλου

Είναι κατ’ αρχήν πολύ θετικό ότι παρέχεται βήμα στον ημερήσιο τύπο για αναλύσεις που επιδιώκουν να αναζητήσουν πίσω από τα φαινόμενα της σημερινής οικονομικής κρίσης τις βαθύτερες “συστημικές” της αιτίες. Ο Τάκης Φωτόπουλος, στο άρθρο του της 22/11/2008, αφού (ορθά) παρατηρεί ότι η σημερινή καπιταλιστική κρίση “δεν συνίσταται απλώς στη χρηματοπιστωτική κρίση” αλλά “αποτελεί (…) έκφραση της χρόνιας οικονομικής κρίσης στην οποία οδήγησε η εγκαθίδρυση της οικονομίας της αγοράς”, διατυπώνει τη θέση ότι “είναι η συγκέντρωση της οικονομικής δύναμης/εξουσίας…που έχει οδηγήσει στη χρόνια αυτή κρίση” και παραθέτει αξιόπιστα στατιστικά στοιχεία κατανομής του εισοδήματος στις ΗΠΑ και παγκοσμίως, που δείχνουν ότι η ανισοκατανομή του εισοδήματος αυξήθηκε δραματικά κατά την περίοδο της επικράτησης του νεοφιλελευθερισμού την τελευταία εικοσιπενταετία, για να υποστηρίξει τη θέση του.
Χωρίς αμφιβολία, το γεγονός αυτό συμβάλλει καίρια στην κρίση που διανύουμε, στη σοβαρότητά της και στην ενδεχόμενη διάρκειά της, καθώς επηρεάζει καθοριστικά τη ζήτηση καταναλωτικών αγαθών γιατί, ως γνωστόν, οι «υψηλότερες» εισοδηματικές «τάξεις» δαπανούν χαμηλότερο ποσοστό του εισοδήματός τους σε καταναλωτικά αγαθά «αποταμιεύοντας» το υπόλοιπο. Η «αποταμίευση» αυτή συνέβαλλε ιστορικά στην υπερβολική διόγκωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος (έφτασε η αξία των παγκόσμιων χρηματοπιστωτικών προϊόντων να υπερβαίνει το δεκαπλάσιο του παγκόσμιου ακαθάριστου προϊόντος ενώ στην αρχή της εν λόγω περιόδου ήταν περίπου ισόποσα τα μεγέθη) με τις γνωστές σε όλους μας συνέπειες.
Αν θέσουμε όμως το εύλογο ερώτημα γιατί συνέβησαν τα παραπάνω, πρέπει να εμβαθύνουμε τον προβληματισμό από την λεγόμενη «οικονομία της αγοράς» (που αποτελεί ορολογία της αστικής οικονομίας και προπαγάνδας) στην καπιταλιστική οικονομία, η ανάλυση της οποίας εδράζεται στην πραγματικότητα των κοινωνικών τάξεων, και να εξετάσουμε κατ’ αρχήν τη σχέση μισθών και «κερδών» (υπό την ευρεία έννοια -που συμπεριλαβάνει τόκους, γαιοπροσόδους κλπ) καθώς και την κατανομή του πλούτου ή, με μαρξιστικούς όρους, την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Έτσι θα διαπιστώσουμε αφ’ ενός τη συγκέντρωση του παγκόσμιου πλούτου σε ολοένα λιγότερα χέρια (πράγμα που ισοδυναμεί με την προλεταριοποίηση και εξαθλίωση σε γιγάντια κλίμακα, φαινόμενο που ο Μάρξ αποκάλεσε «πρωταρχική συσσώρευση» και ο Προυντόν -πιο λαϊκά- κλοπή) και, αφ ετέρου, τη συμπίεση των μισθών και την αντίστοιχη διόγκωση των κερδών που έχουν αναγκαστικά ανταγωνιστική μεταξύ τους σχέση. Θα διαπιστώσουμε επίσης ότι το μερίδιο των καθεαυτό κερδών (αυτών που προκύπτουν από παραγωγικές δραστηριότητες*) μειώνεται συνεχώς εν σχέσει με αυτό των «κερδών» που φαινομενικά προέρχονται (στην πραγματικότητα ιδιοποιούνται) από μη παραγωγικές δραστηριότητες όπως το εμπόριο, το χρηματοπιστωτικό σύστημα κλπ.

*Είναι απαραίτητη η διάκριση «παραγωγικής» και «μη παραγωγικής» εργασίας, που ανάγεται στους κλασικούς οικονομολόγους (Σμίθ και Ρικάρντο) αλλά βρήκε την πιο ολοκληρωμένη έκφραση στον Μάρξ, ο οποίος θεωρεί «παραγωγική» την εργασία που παράγει υπεραξία κατά την καπιταλιστική παραγωγή εμπορευμάτων (αγαθών ή υπηρεσιών) και «μη παραγωγική» είτε αυτή που απαιτείται για την «πραγματοποίηση» της υπεραξίας αυτής ως εισόδημα μέσω της αγοράς (υπό μορφήν εμπορικών κερδών, τοκομεριδίων κλπ) είτε εκείνη που χρησιμοποιείται στη μη καπιταλιστική παραγωγή.
Υπό αυτό το πρίσμα, η κρίση στον καπιταλισμό είναι πάντα κρίση συσσώρευ-σης του κεφαλαίου, αδυναμία του συστήματος κατ’ αρχήν να «πραγματοποιεί» απρόσκοπτα την υπεραξία που παράγει μέσα από την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης, και τελικά αδυναμία του ακόμα και να …εκμεταλλευτεί την εργατική τάξη, οδηγώντας στην ύφεση και την ανεργία.
Στην εποχή μας -και στο βαθμό που μιλάμε για παγκόσμια κρίση όπως η σημερινή- η ανάλυση δεν μπορεί παρά να εκκινεί από τον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας και εδώ η διάκριση του Τ.Φ. σε «νέο Βορρά» και «νέο Νότο», δηλαδή σε έναν νέο «διπολισμό» είναι ιδιαίτερα εύστοχη. Η «επέκταση του ανοίγματος μεταξύ του ‘νέου Βορρά’ και του ‘νέου Νότου’» ως αναπόφευκτη συνέπεια της καπιταλιστικής συσσώρευσης σε παγκόσμια κλίμακα («διεθνοποίηση» την αποκαλεί ο Τ.Φ.) ασφαλώς αποτελεί γεννεσιουργό αιτία της κρίσης -όπως υποστηρίζει ο Τ.Φ.- και ασφαλώς κάτω από αυτές τις συνθήκες αδυνατεί το κράτος-έθνος «να επέμβει αποτελεσματικά για τον περιορισμό (του ανοίγματος)», αυτό όμως δεν σημαίνει κατ’ ανάγκην ότι δεν μπορεί να υπάρξει θεσμική ρύθμιση υπερ-κρατική, σε περιφερειακό ή και σε πλανητικό επίπεδο, όπως υποστηρίζει ο Τ.Φ.. Φαντάζει ίσως «ουτοπικό» σήμερα ένα «παγκόσμιο κράτος» ή «αυστηρές παγκόσμιες ρυθμίσεις όλων των αγορών» αλλά η «ανομοιογένεια που η ίδια η οικονομία της αγοράς δημιουργεί μεταξύ των διαφόρων περιοχών» δεν αποκλείει –ίσα ίσα επιβάλει- τη ρύθμιση αυτή. Όσο για «την ίδια τη λογική και τη δυναμική μιας διεθνοποιημένης οικονομίας της αγοράς, που βασίζεται σε αγορές, που πρέπει να είναι όσο το δυνατόν ‘απελευθερωμένες’ για να μεγιστοποιούνται τα κέρδη», αυτό ισχύει στη θεωρία αλλά αν η πράξη δείχνει ότι αντί έτσι να μεγιστοποιούνται αντιθέτως κάμπτονται τα κέρδη και απειλείται ακόμη, λόγω των κρίσεων (οικονομικών, πολεμικών, οικολογικών) που παράγει, η ίδια η ύπαρξη του καπιταλιστικού συστήματος, δεν θα έχει κανένα πρόβλημα η διεθνής άρχουσα τάξη και οι ελίτ της να καταφύγουν σε κινήσεις προσαρμογής και υιοθέτησης ‘σοσιαλδημοκρατικού’ μοντέλου σε παγκόσμια κλίμακα, πράγμα που εμμέσως δέχεται ο Τ.Φ. αποκαλώντας το «σοσιαλφιλελεύθερο».
Σε τελευταία ανάλυση, το τι θα προκύψει θα εξαρτηθεί από την ταξική πάλη, όχι όμως με τη έννοια της αντιπαράθεσης της εργατικής τάξης στο κεφάλαιο γενικά και αφηρημένα αλλά από το συσχετισμό δυνάμεων και τις συγκεκριμένες εσωτερικές αντιθέσεις μέσα στην εργατική τάξη και στο κεφάλαιο σε παγκόσμιο, σε περιφερειακό και σε εθνικό και τοπικό επίπεδο. Υπό αυτό το πρίσμα, το σύστημα είναι πολύπλοκο και δεν μπορούμε να το εννοήσουμε με απλούς οικονομικούς ντετερμινισμούς. Πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν την σχετική αυτονομία της πολιτικής σφαίρας καθώς και εκείνη της ιδεολογίας (υπό την ευρεία έννοια), τη μεσολάβηση της ανθρώπινης συνείδησης στην αντίληψη του συμφέροντος και τη σημασία της ιδεολογικής πάλης σε αυτό το επίπεδο καθώς και την πρακτική σημασία των συστημάτων αξιών που περιέχονται σε διάφορους πολιτισμούς, θρησκείες και κοσμοθεωρίες για τη συμπεριφορά ατόμων και συλλογικοτήτων.
Ζούμε αναντίρρητα σε ενδιαφέροντες καιρούς. Το δίλημμα του Καστοριάδη, «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» προβάλλει πιο επίκαιρο από ποτέ.


ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΥΡΟΣ
24/11/2008

Σάββατο 15 Νοεμβρίου 2008

ΚΥΠΡΟΣ ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ!

Είναι καθιερωμένο σήμερα στην Ελλάδα να μιλάμε για «το κυπριακό» ως άλλο ένα θέμα -σημαντικό ίσως- σίγουρα όμως όχι το θέμα της πολιτικής μας ζωής. Αυτό δεν ήταν πάντα έτσι. Στη δεκαετία του 1950, όταν ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας στην Κύπρο ήταν σε έξαρση, η Ελλάδα ήταν στους δρόμους και, διαδηλώνοντας υπέρ της απελευθέρωσης των κυπρίων αδελφών, διαδήλωνε ταυτόχρονα και υπέρ της δικής της απελευθέρωσης από τα δεσμά του κράτους της δεξιάς και της υποτέλειας στον αγγλοαμερικάνικο ιμπεριαλισμό. Ο αγώνας τότε ήταν κοινός.
Έπρεπε να περάσουμε από την αυτοδιάθεση -που μας ένωνε- στην βεβιασμένη και ψευδεπίγραφη «ανεξαρτησία» του κράτους της Ζυρίχης και του Λονδίνου και μέσα από τις προδοσίες της αμερικανοκίνητης χούντας των Παπαδόπουλου και Ιωαννίδη για να φτάσουμε στον νέο εθνικό διχασμό της μεταπολίτευσης όπου, ενώ η Κύπρος μάτωνε και σκλαβωνόταν, η Ελλάδα πανηγύριζε την πτώση της δικτατορίας και πρωθυπουργικά χείλη δήλωναν πως «η Κύπρος είναι μακριά», αθετώντας τις υποχρεώσεις της χώρας ως «εγγυήτριας» της ανεξαρτησίας και εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας….
Μεσολάβησαν τρείς δεκαετίες άγονων και ατέρμονων «διακοινοτικών συνομιλιών» που οδήγησαν στο αδιέξοδο του Σχεδίου Ανάν και, χάρη στο συντριπτικό ΟΧΙ του Κυπριακού Λαού, στη διάσωση της Κυπριακής Δημοκρατίας και την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ήταν η στιγμή που, υπακούοντας στην λαϊκή εντολή και αναγνωρίζοντας τα αδιέξοδα της μέχρι τότε πολιτικής τους, οι ηγεσίες στην Κύπρο και στην Ελλάδα όφειλαν να επανατοποθετήσουν «επιθετικά» το κυπριακό ως διεθνές ζήτημα εισβολής και κατοχής, τόσο στον ΟΗΕ όσο και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, προτείνοντας λύση σύμφωνη με το διεθνές δίκαιο, τα ανθρώπινα δικαιώματα και το ευρωπαϊκό κοινοτικό κεκτημένο. Η στιγμή ήταν κατάλληλη και γιατί οι αγγλοαμερικάνοι ήσαν εγκλωβισμένοι στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, η Ρωσία και η Γαλλία υποστήριζαν σθεναρά την Κύπρο και η Τουρκία αντιμετώπιζε το κουρδικό και διεκδικούσε να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Δυστυχώς δεν τόλμησαν!

Η εκλογή Χριστόφια έφερε μια νέα κινητικότητα στο κυπριακό και δημιούργησε σε πολλούς την προσδοκία ότι λύση στη βάση «δικοινοτικής διζωνικής ομοσπονδίας» ήταν εφικτή και μπορούσε να είναι βιώσιμη, εξασφαλίζοντας στον νέο Πρόεδρο μεγάλη περίοδο χάριτος. Η μέχρι σήμερα όμως πορεία δεν αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας. Δεν είναι μόνο οι συνεχείς δηλώσεις αδιαλλαξίας του Ταλάτ και των Τούρκων αξιωματούχων.

Μεγαλύτερη ανησυχία εμπνέει η στάση της δικής μας πλευράς.
Θα αναφερθώ στα πιο κραυγαλέα κατά τη γνώμη μου περιστατικά:


1. Σε πλείστες περιστάσεις, τόσο προεκλογικά όσο και μετεκλογικά, ο Πρόεδρος Χριστόφιας έχει δηλώσει ότι το κυπριακό είναι πρωτίστως θέμα εισβολής και κατοχής και πως η λύση του εξαρτάται από την Άγκυρα. Στην πράξη, όμως, αφήνει την Τουρκία στο απυρόβλητο. Ακόμη και στρατιωτικά θέματα συζητούνται με τον Ταλάτ, παρά το γεγονός ότι αυτός δεν διαθέτει καμία εξουσία και είναι πλήρως εξαρτημένος από τον τουρκικό στρατό κατοχής, όπως εξ άλλου ομολογεί ο ίδιος. Έτσι, όχι μόνο δεν βρίσκεται η Τουρκία υπό διεθνή πίεση για να αποσύρει τα κατοχικά στρατεύματα αλλά ψηφίζεται ως μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για τα επόμενα δύο χρόνια και το κυπριακό υποβαθμίζεται ξανά σε «διακοινοτική διαφορά».

2. Ο Πρόεδρος Χριστόφιας, ενώ ‘αναγνωρίζει’ στα λόγια ότι η Κυπριακή Δημοκρατία, εκτός από τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και το διεθνές δίκαιο, έχει ισχυρά ερείσματα και ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ως προνομιούχος εταίρος της Ρωσίας, ταυτόχρονα επείγεται να ‘κλείσει’ το κυπριακό, επισείοντας μάλιστα το φάσμα της διχοτόμησης, στάση που βεβαίως αδυνατίζει σημαντικά αν δεν ακυρώνει εντελώς την διαπραγματευτική του θέση.


3. Οι ‘ομάδες εργασίας’ και ‘τεχνικές επιτροπές’ που συστήθηκαν για να προετοιμάσουν το έδαφος για τις «απ’ ευθείας διαπραγματεύσεις» σε επίπεδο κορυφής στελεχώθηκαν σχεδόν αποκλειστικά από υποστηρικτές του Σχεδίου Ανάν, ενέργεια άκρως περιφρονητική προς την ετυμηγορία της συντριπτικής πλειοψηφίας του Κυπριακού Λαού!

4. Οι προεκλογικές δεσμεύσεις Χριστόφια για «απαλλαγή της Κύπρου από τον εποικισμό» αναιρέθηκαν αμέσως με την μονομερή, άνευ προφανούς αιτίας και ανταλλάγματος, δήλωση περί νομιμοποίησης 50.000 εποίκων!

5. Για να δικαιολογήσει την έναρξη των απ’ ευθείας διαπραγματεύσεων με τον Ταλάτ, παρά το γεγονός ότι οι εργασίες των ομάδων και των επιτροπών δεν παρουσίαζαν ικανοποιητικά αποτελέσματα, ο Πρόεδρος Χριστόφιας εμφάνισε τον Ταλάτ συμφωνούντα επί της αρχής της μιας κυριαρχίας και μιας ιθαγένειας ενώ ο τελευταίος το διέψευδε.

6. Τις προεκλογικές δεσμεύσεις για «δίκαιη, βιώσιμη και λειτουργική λύση» που θα κατοχυρώνει μια κυριαρχία, μια ιθαγένεια κλπ ακολούθησαν μετεκλογικά και ακύρωσαν δηλώσεις Χριστόφια για «πολιτική ισοτιμία», για «συνεταιρισμό» δύο «συνιστώντων κοινοτήτων ή πολιτειών ή κρατών», για εκ περιτροπής προεδρία και ρυθμίσεις που παραχωρούν τουρκοκυπριακό (δηλαδή τουρκικό) «βέτο» στην ομόσπονδη κυβέρνηση κλπ.

7. Προεκλογικά αλλά και μετεκλογικά ο Πρόεδρος Χριστόφιας υποστήριζε τη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων σε επίπεδο κορυφής με το επιχείρημα ότι τυχόν αδιαλλαξία της άλλης πλευράς θα την εξέθετε διεθνώς. Με διαπιστωμένη και επιβεβαιωμένη όμως σήμερα αυτή την αδιαλλαξία, παρά τις τόσες ‘χειρονομίες καλής θέλησης’ από πλευράς του, ο Πρόεδρος Χριστόφιας, αντί να την καταγγείλει δήλωσε προ ημερών ότι για την καθυστέρηση στις διαπραγματεύσεις «ευθύνονται και οι δύο συνομιλητές»!

Πώς να εξηγήσει κανείς τις ανακολουθίες και τις αντιφάσεις, την ασυνέπεια λόγων και έργων; Ανεξάρτητα αν είναι τα ίδια αποτέλεσμα σύγχυσης και αμηχανίας ή, όπως ισχυρίζονται ορισμένοι, εξαρτήσεων ή ιδεολογικών αγκυλώσεων, το βέβαιο είναι ότι προκαλούν σύγχυση και απογοήτευση και αντί να εμψυχώνουν και να ενδυναμώνουν αποθαρρύνουν και αδυνατίζουν το εσωτερικό μέτωπο ενώ ταυτόχρονα αποθρασύνουν την άλλη πλευρά.

Εν όψει όλων αυτών προβάλλουν αμείλικτα ορισμένα ερωτήματα:

1. Υπάρχει από πλευράς μας εναλλακτική τακτική (plan B) ή βρισκόμαστε εγκλωβισμένοι σε έναν διάλογο απ’ όπου πρέπει να εξέλθουμε πάση θυσία με μια λύση, όποια και να είναι αυτή;

2. Διαπραγματευόμαστε δηλαδή υπό το κράτος του φόβου ότι μη λύση ίσον διχοτόμηση; Αν αυτό ισχύει πραγματικά γιατί να υποθέσουμε ότι η άλλη πλευρά επιθυμεί την όποια λύση και όχι τη διχοτόμηση; Λογικό να υποθέσουμε ότι υπό τις συνθήκες θα επεδίωκε λύση μόνο αν αυτή ήταν καλλίτερη γι’ αυτήν από τη διχοτόμηση.

3. Μήπως λοιπόν φοβούμενοι τη διχοτόμηση και προβαίνοντας σε συνεχείς παραχωρήσεις στο όνομα της αποφυγής της οδηγούμαστε σε λύσεις χειρότερες από τη διχοτόμηση;

4. Μια «δικοινοτική διζωνική ομοσπονδία» τύπου Σχεδίου Ανάν, με «πολιτική ισότητα» ισχυρών συνιστώντων κρατών και αδύναμης ομοσπονδιακής κυβέρνησης, όπου θα υπάρχει τουρκοκυπριακό (δηλαδή τουρκικό) βέτο, με μόνιμες αποκλίσεις από το κοινοτικό κεκτημένο θεσμοθετημένες ως πρωτογενές δίκαιο, είναι «λύση» καλλίτερη ή χειρότερη από την παράταση της ντε φάκτο διχοτόμησης;

5. Μια παρόμοια «λύση» που θα νομιμοποιούσε τα κατοχικά τετελεσμένα και θα αναγνώριζε το τουρκοκυπριακό ψευδοκράτος ως «συνιστών» ομόσπονδο κράτος μήπως θα αποτελούσε ένα ακόμη βήμα προς την de jure διχοτόμηση που θα ακολουθούσε νομοτελειακά την αναπόφευκτη διάλυση μιας δυσλειτουργικής (συν)ομοσπονδίας; Η εμπειρία του κράτους της Ζυρίχης όπως και οι πρόσφατες δυτικές αναγνωρίσεις του Κοσόβου ως ανεξάρτητου κράτους θα έπρεπε να μας διδάσκουν.

6. Μπορεί υπό τις περιστάσεις να υπάρξει λειτουργική και βιώσιμη «δικοινοτική διζωνική ομοσπονδία» όταν παρόμοιο σύστημα δεν πέτυχε να επιβιώσει στις απείρως ευνοϊκότερες συνθήκες της Τσεχοσλοβακίας και είναι τουλάχιστον αμφίβολο αν θα επιζήσει στο Βέλγιο; Γιατί δεν το προτείνουν οι θιασώτες του και στη FYROM;

7. Αν οι σημερινές ηγεσίες Κύπρου και Ελλάδας δεν είναι άξιες να αγωνιστούν και να επιτύχουν δίκαιη και βιώσιμη λύση του κυπριακού με ποιό δικαίωμα μπορούν να στερήσουν τις ηγεσίες του μέλλοντος από τη δυνατότητα να το επιχειρήσουν;

8. Όταν στο όνομα του «ρεαλισμού» και της σκοπιμότητας να μην ανοίξει η Κύπρος δεύτερο μέτωπο, ο Πρόεδρος Χριστόφιας δεν θέτει θέμα απομάκρυνσης των βρετανικών βάσεων μήπως καθιστά περίπου υποχρεωτικό για την Τουρκία να επιμείνει στον δικό της «εγγυητικό» ρόλο; Μήπως δηλαδή είναι, αντίθετα, ουτοπικό το να μη θέτουμε θέμα βάσεων, περιμένοντας ότι θα μπορούσε ποτέ να δεχθεί η Τουρκία να παραδώσει την Κύπρο στον αποκλειστικό στρατηγικό έλεγχο των αγγλοαμερικανών; Μήπως δηλαδή αν επιζητούμε ένα νέο σύστημα πραγματικών εγγυήσεων ασφαλείας, χωρίς (ψευτο)«εγγυήτριες» δυνάμεις το πρώτο που θα έπρεπε να κάνουμε είναι να ζητήσουμε την απομάκρυνση των βάσεων;

9. Τι νόημα έχει όλη η φιλολογία περί «αποστρατιωτικοποίησης» της Κύπρου όταν δεν τίθεται ταυτόχρονα θέμα απομάκρυνσης των βρετανικών βάσεων; Ποιός κοροϊδεύει ποιόν;

10. Αν ο Πρόεδρος Χριστόφιας δεν δείχνει να έχει «κόκκινες γραμμές» άμυνας στις διαπραγματεύσεις, το ίδιο ισχύει και για τις δυνάμεις που τον στηρίζουν; Μήπως η συνεχής διολίσθηση που παρατηρείται στις θέσεις του είναι αποτέλεσμα και του ότι στην Κύπρο δεν υπάρχει μέχρι στιγμής σοβαρή και συγκροτημένη αντιπολίτευση; Μήπως τα κόμματα που τον στηρίζουν στην ουσία τελούν υπό συνθήκες ομηρίας συμμετέ-χοντας στην κυβέρνηση; Μήπως ήρθε η ώρα να αναθεωρήσουν τη στάση τους πριν η κατάσταση καταστεί μη αναστρέψιμη;

I.MΑΥΡΟΣ (12/11/2008)

Παρασκευή 31 Οκτωβρίου 2008

Πρωτοβουλία Σοσιαλιστών για Λαϊκή, Πατριωτική και Οικολογική Δράση

Αφετηρία μας η κρίση που ζούμε, η γνώση μας ότι τα αίτιά της βρίσκονται στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής, που κυριαρχεί τόσο στη χώρα μας όσο και παγκόσμια, και η βούλησή μας, έκφραση ζωτικής ανάγκης, να αγωνιστούμε, ενάντια στη δικτατορία του κεφαλαίου, για ένα κόσμο όπου η ελευθερία του καθενός θα είναι προϋπόθεση της ελευθερίας όλων, όπου η πολιτική δημοκρατία θα εξασφαλίζει την κοινωνική δικαιοσύνη και η οικονομία και η τεχνολογία θα υπηρετούν τον άνθρωπο και θα σέβονται τη φύση.

Πιστεύουμε ότι βρισκόμαστε σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι, τόσο στη χώρα μας όσο και διεθνώς, όπου κρίνεται από την κινητοποίηση των λαών αν θα προχωρήσει η ανθρωπότητα προς τον δημοκρατικό σοσιαλισμό ή αν θα οδηγηθεί, ελλείψει πολιτικής βούλησης και οργάνωσης, σε έναν νέο μεσαίωνα φτώχιας, πολέμων και οικολογικών καταστροφών. Οι αντικειμενικές συνθήκες (τεχνολογία) επιτρέπουν την πρώτη επιλογή αλλά οι υποκειμενικές (πολιτική) μέχρι τώρα την εμπόδιζαν.

Η συντελούμενη κατάρρευση του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, το τέλος της αμερικανικής ηγεμονίας και η αναπότρεπτη εδραίωση της ευρασίας ως οικονομικό και γεωπολιτικό κέντρο βάρους του πλανήτη, μαζί με την ανάδειξη της Ρωσίας και της Κίνας ως «πόλων» ισχύος, δημιουργούν τις προϋποθέσεις για την χειραφέτηση της Ευρώπης από την αμερικανική κηδεμονία και την προώθηση της πολιτικής της ενοποίησης στη βάση ενός «ευρωπαϊκού μοντέλου» κοινωνικοοικονομικής οργάνωσης, μιας νέας σοσιαλδημοκρατίας.

Στην Ελλάδα οι επικρατούσες συνθήκες καλλιεργούν άμυνα και εσωστρέφεια. Τα ανοιχτά μέτωπα εθνικής ασφάλειας προς βορρά και προς ανατολάς απομυζούν τεράστιους πόρους εις βάρος της ανάπτυξης και της ευημερίας και οξύνουν τα οικονομικά και δημοσιονομικά προβλήματα και αυτά με τη σειρά τους περιορίζουν ασφυκτικά τις δυνατότητες άσκησης κοινωνικής πολιτικής. Αν είχαμε να κάνουμε όμως «μόνο» με αυτά η κατάσταση θα ήταν απλώς δύσκολη. Αυτό που την καθιστά αδιέξοδη είναι επιπλέον η κρίση του πολιτικού συστήματος που αντί να αποτελεί μέσο επίλυσης προβλημάτων και διαχείρισης κρίσεων αποτελεί το ίδιο το μεγαλύτερο πρόβλημα, αυτό που καθιστά ανεπίλυτα όλα τα υπόλοιπα. Σύμπτωμα αυτής της κρίσης είναι η εκτεταμένη διαφθορά και τροφοδότης της το «σύστημα» της διαπλοκής οικονομικής και πολιτικής ισχύος που έχουν εκθρέψει οι εκάστοτε κυβερνήσεις δια πράξεων και παραλείψεων και πρώτα απ’ όλα με το θεσμικό πλαίσιο (ή την απουσία του) το οποίο ξεκινάει από τους καλπονοθευτικούς εκλογικούς νόμους και την φαλκίδευση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και φθάνει ως την ανομία των ΜΜΕ και την αδιαφάνεια της χρηματοδότησης των πολιτικών κομμάτων. Έχουμε να κάνουμε λοιπόν με μια κολοβή Δημοκρατία, κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του δικομματισμού, όπου η Κυβέρνηση διαχειρίζεται το σύστημα και η λεγόμενη Αξιωματική Αντιπολίτευση όταν δεν συναινεί δημαγωγεί.

Μπροστά στην απαξίωση του δικομματισμού και του πολιτικού συστήματος γενικότερα, μπροστά στην αδυναμία του να προσφέρει όραμα, στόχους και προοπτική για τον τόπο και να αντιμετωπίσει τα προβλήματα του λαού, προκύπτει η ανάγκη για μια ισχυρή Αριστερά, ουσιαστική Αντιπολίτευση, αξιόπιστη δύναμη αντίστασης στην ακρίβεια, την ανεργία, στις αντιλαϊκές πολιτικές των ιδιωτικοποιήσεων, της απαξίωσης της δημόσιας παιδείας, υγείας και ασφάλισης, στην καταστροφή του φυσικού, κοινωνικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, μια Αριστερά ικανή να διαμορφώσει εναλλακτική πρόταση εξουσίας τόσο ως πρόγραμμα όσο και ως κίνημα ικανό να συνεγείρει, να διεκδικήσει και να διοικήσει.

Η σημερινή όμως πραγματικότητα βρίσκει τους αριστερούς είτε «μαντρωμένους» σε διαφορετικούς ή και αντιμαχόμενους πολιτικούς χώρους είτε πολιτικά «ακάλυπτους» -ουσιαστικά ή και τυπικά- και την Αριστερά κατακερματισμένη και κατά συνέπεια αδύναμη. Για την κατάσταση αυτή υπάρχουν βέβαια ιστορικοί λόγοι, υπάρχουν σοβαρές ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές στο εσωτερικό της αλλά –κυρίως- υπάρχει έλλειμμα δημοκρατικής παιδείας (ή «κουλτούρας διαλόγου» όπως λέγεται), έλλειμμα που αποτελεί μικρογραφία του γενικότερου δημοκρατικού ελλείμματος του πολιτικού συστήματος που προαναφέρθηκε. Γι’ αυτό είναι οξύμωρο ως αριστεροί να διατυπώνουμε προτάσεις διεξόδου από την κρίση όταν δεν καταφέρνουμε να δρομολογήσουμε την υπέρβαση της δικής μας κρίσης μέσα από τον διάλογο και την κοινή δράση.

Δεν αρκούν γι’ αυτό οι ιδέες, ούτε η αγωνιστική συνέπεια και το πάθος. Χρειάζεται εντιμότητα, χρειάζεται ήθος, χρειάζεται μια διαφορετική ποιότητα, ένα άλλο πνεύμα από αυτό που διέπει σήμερα την πολιτική, ένα πνεύμα διακονίας της αλήθειας, του δικαίου και του ωραίου, ένα πνεύμα σεβασμού, υπηρεσίας και προσφοράς.
Χρειάζεται μια νέα Αριστερά.

Γιάννης Μαύρος 29/10/2008

Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2008

ΔΥΟ ΔΡΟΜΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

Η έναρξη των απ’ευθείας διαπραγματεύσεων σε επίπεδο κορυφής για την επίλυση του κυπριακού χωρίς να υπάρχουν ούτε οι στοιχειώδεις προϋποθέσεις επίτευξης δίκαιης και βιώσιμης λύσης προβληματίζει και ανησυχεί κάθε έλληνα, κύπριο ή ελλαδίτη. Δύσκολα θα διαφωνήσει κανείς με τα ακόλουθα:

Η αδιαλλαξία της Τουρκίας είναι πάγια και επιβεβαιώνεται με κάθε ευκαιρία και τούτο τη στιγμή που διεκδικεί, υποτίθεται, την είσοδό της στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Υπό συνθήκες τουρκικής στρατιωτικής κατοχής στον βορρά, οι περισσότεροι τουρκοκύπριοι έχουν εκτοπιστεί από τους παράνομους εποίκους, οι οποίοι αποτελούν την πλειοψηφία στα κατεχόμενα. Η πολιτική έκφραση αυτού του καθεστώτος, ο Μεχμέτ Αλί Ταλάτ, αποδεδειγμένα δεν διαθέτει το παραμικρό κύρος, την ελάχιστη ανεξαρτησία απέναντι στην Άγκυρα.

Οι επιδιώξεις του ΝΑΤΟϊκού ιμπεριαλιστικού παράγοντα, παρ’όλες τις διαφορές -ενίοτε και αντιθέσεις- μεταξύ Λονδίνου, Ουάσιγκτων και Βρυξελλών, παραμένουν οι ίδιες όπως και προ τετραετίας, όταν ασκούσαν ασφυκτικές πιέσεις στον Κυπριακό Λαό να αποδεχθεί το σχέδιο Ανάν. Το μόνο που έχει αλλάξει είναι η (επικοινωνιακή) τακτική τους: ενώ τότε επιχείρησαν ευθέως να επιβάλλουν “λύση”, σήμερα κρύβονται πίσω από το “εύρημα” αναζήτησης λύσης “από τους Κυπρίους για τους Κυπρίους”. Τόσο σήμερα, όμως, όπως και τότε, το “ενδιαφέρον” τους για την επίλυση του κυπριακού, ορίζεται απολύτως από την εξυπηρέτηση των γεωπολιτικών τους συμφερόντων, όπως βεβαίως τα αντιλαμβάνονται οι ιθύνουσες ελίτ. Το μείζον για αυτούς ζητούμενο είναι η εξασφάλιση της παραμονής των βρετανικών βάσεων στο νησί. Σχεδόν ίσης σημασίας, από τη στιγμή που η Κυπριακή Δημοκρατία έγινε πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι η αναζήτηση “λύσης” που θα επιτρέπει -ή και θα διευκολύνει- την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας προς την Ε.Ε..

Η Ελλάδα, “εγγυήτρια δύναμη”, κατά τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, της ανεξαρτησίας, της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας της Κυπριακής Δημοκρατίας, αφού πρώτα τις κατέλυσε με το εγκληματικό χουντικό πραξικόπημα και την προδοτική στάση της χούντας κατά την τουρκική εισβολή, στη συνέχεια -στη “μεταπολίτευση”- ανακάλυψε ότι η Κύπρος “είναι μακριά” και κρύφτηκε πίσω από το βολικό –και υποκριτικό- δόγμα “η Λευκωσία αποφασίζει και η Αθήνα συμπαρίσταται”, έχοντας εν τω μεταξύ εγκαταλείψει, στο όνομα του “ρεαλισμού”, κάθε προσπάθεια επίλυσης του ζητήματος στον ΟΗΕ, εγκλωβίζοντάς το στα ασφυκτικά πλαίσια του ΝΑΤΟ, στις αδιέξοδες διμερείς διαβουλεύσεις με την Άγκυρα και την Ουάσιγκτων ή ακόμη στο –πραγματικά μακρινό- Νταβός. Το κυπριακό μεταπολεμικά εκφυλίστηκε από εθνικό χρέος μιας Ελλάδας ανίκανης να το διαχειριστεί ως τέτοιο, σε ενοχλητικό μπελά, σε “αγκάθι” των ελληνοτουρκικών και ελληνοαμερικανικών και, τέλος, ευρωτουρκικών σχέσεων, σε σημείο που οι ισχυρότερες πιέσεις στη Λευκωσία για να δεχθεί να αυτοχειριαστεί με το Σχέδιο Ανάν ασκήθηκαν από την Αθήνα που έφθασε να πρωτοστατεί υπέρ της ένταξης της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση….Πουθενά αλλού δεν αποτυπώνεται καθαρότερα η υποτέλεια των Αθηνών στην Ουάσιγκτων, το Λονδίνο και τις Βρυξέλλες όσο στη στάση της διαχρονικά στο κυπριακό, από την Τριμερή του 1955 και τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου του 1959 μέχρι το Σχέδιο Ανάν. Η άλλη όψη του ιδίου νομίσματος είναι το “ενοχικό σύνδρομο” της Αθήνας, ολόκληρου του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος, απέναντι στην Κύπρο το οποίο ορίζεται τόσο από το γεγονός ότι η Κύπρος αποτέλεσε στο λαϊκό υποσυνείδητο το “τίμημα” της “αποκατάστασης της δημοκρατίας” (ο Κίσσινγκερ είχε πεί ότι η Ελλάδα πρέπει να είναι και ευχαριστημένη) όσο και από το διαχρονικό σκάνδαλο της επίσημης συγκάλυψης του εγκλήματος από το κράτος των Αθηνών που μέχρι σήμερα δεν έχει παραπέμψει την υπόθεση στη Δικαιοσύνη….

Η Κυπριακή Δημοκρατία, υπό αυτές τις συνθήκες, οδηγήθηκε σε ατέρμονες και αδιέξοδες “διακοινοτικές συνομιλίες”, συντελώντας η ίδια στην υποβάθμιση ενός πελώριου διεθνούς ζητήματος εισβολής, κατοχής, εθνοκάθαρσης και παράνομου εποικισμού σε απλή δικοινοτική “διαφορά”. Θα μπορούσε ίσως να ισχυριστεί κανείς ότι η εξέλιξη αυτή ήταν περίπου αναπόφευκτη λόγω των συσχετισμών δυνάμεων που επικρατούσαν τόσο κατά την περίοδο του διπολισμού όσο και κατά τη δεκαετία του 1990 της αμερικανικής μονοκρατορίας. Με την ένταξη της Κ.Δ. στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όμως, θα περίμενε κανείς μια αλλαγή πολιτικής της Λευκωσίας υπαγορευόμενη τόσο από τις νέες διεθνείς συνθήκες όσο και από τα αδιέξοδα του παρελθόντος και την αξίωση του Κυπριακού Λαού με το συντριπτικό ΟΧΙ στο Σχέδιο Ανάν. Αντ’ αυτού, η Κ.Δ. συναίνεσε στην έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας με την Ένωση, παρά το γεγονός ότι η πρώτη δεν την αναγνωρίζει, δεν εφαρμόζει το πρωτόκολλο τελωνειακής ένωσης και δεν ανοίγει τα λιμάνια και τα αεροδρόμια της στα κυπριακά πλοία και αεροπλάνα. Οι “χειρονομίες καλής θέλησης” της Κ.Δ., πέρα από την αποδοχή της “διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας” και της “πολιτικής ισότητας” των δύο κοινοτήτων, έφθασαν στις μέρες μας στην προκαταβολική και άνευ ανταλλάγματος αποδοχή πάγιων τουρκικών θέσεων όπως αυτής του “συνεταιρισμού” των δύο “συνιστώντων πολιτειών”, της εκ περιτροπής προεδρίας, της νομιμοποίησης μεγάλου αριθμού εποίκων κλπ. Άν υπήρχε η όποια πολιτική βούληση επίλυσης του κυπριακού από την άλλη πλευρά, αυτές οι “χειρονομίες” θα εύρισκαν κάποια τουλάχιστον ανταπόκριση. Το ανησυχητικό δεν είναι τόσο ότι τούτο δεν συμβαίνει -αντίθετα πολλαπλασιάζονται οι προκλήσεις και επιβεβαιώνεται η αδιαλλαξία- αλλά ότι, παρά το γεγονός αυτό, η Κ.Δ. δείχνει να σύρεται σε μια πορεία αυτοκαταστροφής που τίποτα δεν φαίνεται ικανό να σταματήσει. Οι ανησυχίες εντείνονται από το γεγονός ότι το Εθνικό Συμβούλιο έχει πλήρως αδρανοποιηθεί και ο Πρόεδρος Χριστόφιας, αντί να επιζητεί τη μέγιστη συναίνεση και να αξιοποιεί διαπραγματευτικά τις εσωτερικές διαφωνίες, δείχνει να ενοχλείται από την έκφραση αντίθετης άποψης και δηλώνει ότι δεν δεσμεύεται παρά μόνο από μια –απίθανη- ομοφωνία των πολιτικών δυνάμεων, ενώ διαφορετικά θα πράξει κατά βούληση. Τα παραπάνω σημάδια ενισχύουν την εντύπωση ότι ο Πρόεδρος επείγεται να “κλείσει” το κυπριακό, άποψη άλλωστε που έχει επανειλλημένα διατυπώσει, συνοδεύοντάς την με την επίκληση του φάσματος της διχοτόμησης.

Το σκεπτικό του στηρίζεται σε μια θεώρηση του παρελθόντος όπου η “μη λύση” ισοδυναμούσε ντε φάκτο με την εδραίωση των τετελεσμένων, την αύξηση των εποίκων, την αρπαγή περιουσιών, την καταστροφή μνημείων κλπ. Είναι η γνωστή θεωρία των “χαμένων ευκαιριών”, η άποψη ότι ο χρόνος “δουλεύει” εις βάρος της Κύπρου. Είναι το υπόβαθρο μιας πολιτικής που οδήγησε από παραχώρηση σε παραχώρηση μέχρι που φτάσαμε στο Σχέδιο Ανάν που θα καταργούσε την Κυπριακή Δημοκρατία και θα θέσπιζε ένα προτεκτοράτο της Τουρκίας και των τριών ξένων δικαστών. Το ΟΧΙ του Κυπριακού Λαού στο δημοψήφισμα του 2004 και η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση που ακολούθησε κατάφεραν σοβαρότατα πλήγματα στη θεωρία αυτή. Μόνο κακόπιστοι μπορούν σήμερα να ισχυριστούν ότι το Σχέδιο Ανάν ήταν μια χαμένη ευκαιρία. Ακόμα και αυτοί που υποστηρίζουν, ομολογουμένα ή ανομολόγητα, λύση “στη βάση” του Σχεδίου Ανάν, αποκλείουν βεβαίως τις πιό ακραίες και εξωφρενικές πρόνοιές του. Γιατί όμως εξακολουθούν να θεωρούν ότι ο χρόνος δουλεύει εις βάρος της Κύπρου όταν αποδεδειγμένα τούτο δεν συμβαίνει πιά; Γιατί δεν αξιολογούνται επαρκώς η ένταξη της Κ.Δ. στην Ε.Ε. καθώς και πρόσφατες ευνοϊκές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων; Γιατί δεν αξιολογείται και αξιοποιείται αναλόγως η επιδίωξη της Τουρκίας να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση; Η ενισχυμένη θέση της παγίως φιλικής Ρωσίας; Τα αδιέξοδα των αγγλοαμερικανών στη Μέση Ανατολή; Οι ευνοϊκές τοποθετήσεις της Γαλλίας; Γιατί η Κύπρος καλείται, όχι μόνο από τον εισβολέα ή τους ιμπεριαλιστές συμμάχους του αλλά από τον ίδιο τον Πρόεδρο (!), να επιλέξει μεταξύ μιας κακής λύσης και της διχοτόμησης; Γιατί δεν τίθεται ακόμη το ερώτημα, εν όψει του διαφαινόμενου αδιεξόδου των απ’ ευθείας διαπραγματεύσεων, για μια ριζική επανατοποθέτηση του κυπριακού ως διεθνούς θέματος εισβολής, κατοχής, εθνο-κάθαρσης και παράνομου εποικισμού και την αναζήτηση λύσης σύμφωνης με τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και με το ευρωπαϊκό κοινοτικό κεκτημένο, χωρίς “εγγυήτριες δυνάμεις” και βρετανικές στρατιωτικές βάσεις;

Πόσο “ρεαλιστικός” είναι αυτός ο δρόμος; Ο Πρόεδρος Χριστόφιας έχει δηλώσει, στο όνομα πάντα του “ρεαλισμού”, ότι το θέμα των βάσεων δεν είναι του παρόντος. Όταν όμως συγκατατίθεται στον ντε φάκτο “εγγυητικό” ρόλο των βρετανών στην Κύπρο, το …ρεαλιστικό επακόλουθο είναι βέβαια η Τουρκία να επιμείνει στον δικό της “εγγυητικό” ρόλο. Αυτός ο “ρεαλισμός” έχει υποβαθμίσει το κυπριακό σε δικοινοτική “διαφορά”, έχει οδηγήσει τον “Φάκελλο της Κύπρου” στο αρχείο και την εθνική μας αξιοπρέπεια στο υποθηκοφυλακείο. Αρκετά βαδίσαμε σ’αυτή τη κατηφόρα. Είναι καιρός να ξαναθυμηθούμε Σολωμό* και Κάλβο**. Ο δρόμος αυτός ασφαλώς δεν είναι στρωμένος με ρόδα. Είναι επιλογή αγώνα εθνικοαπελευθερωτικού, αγώνα ενάντια στα εκατέρωθεν κατεστημένα που αποδεδειγμένα βολεύονται με την υπάρχουσα κατάσταση. Είναι αγώνας λαϊκός, αντιιμπεριαλιστικός, αγώνας κοινός με τους αριστερούς τουρκοκύπριους που αντιπολιτεύονται τον Ταλάτ όπως αντιπολιτεύονταν τον Ντενκτάς. Στον αγώνα αυτό για την ελευθερία και το δίκαιο είναι σίγουρο ότι εκτός από την υποστήριξη της Ρωσίας, της Γαλλίας και της Κίνας θα έχουμε και αυτή των συντριπτικά περισσοτέρων χωρών καθώς και ΟΛΩΝ των λαών, ακόμη και του τουρκικού.


Γιάννης Μαύρος

18/9/2008



* “το έθνος πρέπει να μάθει να θεωρεί Εθνικόν ότι είναι Αληθές”

** “θέλει αρετή και τόλμη η Ελευθερία”

ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΣΗΜΕΡΑ

Η έναρξη των απ’ευθείας διαπραγματεύσεων σε επίπεδο κορυφής για την επίλυση του κυπριακού χωρίς να υπάρχουν ούτε οι στοιχειώδεις προϋποθέσεις επίτευξης δίκαιης και βιώσιμης λύσης του προβλήματος δεν μπορεί παρά να μας ανησυχεί.
Η αδιαλλαξία της Τουρκίας είναι πάγια και επιβεβαιώνεται με κάθε ευκαιρία και τούτο τη στιγμή που διεκδικεί, υποτίθεται, την είσοδό της στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Υπό συνθήκες τουρκικής στρατιωτικής κατοχής στον βορρά, οι περισσότεροι τουρκοκύπριοι έχουν εκτοπιστεί από τους παράνομους εποίκους, οι οποίοι αποτελούν την πλειοψηφία στα κατεχόμενα. Η πολιτική έκφραση αυτού του καθεστώτος, ο Μεχμέτ Αλί Ταλάτ, αποδεδειγμένα δεν διαθέτει το παραμικρό κύρος, την ελάχιστη ανεξαρτησία απέναντι στην Άγκυρα.
Οι επιδιώξεις του ΝΑΤΟϊκού ιμπεριαλιστικού παράγοντα, παρ’όλες τις διαφορές -ενίοτε και αντιθέσεις- μεταξύ Λονδίνου, Ουάσιγκτων και Βρυξελλών, παραμένουν οι ίδιες όπως και προ τετραετίας, όταν ασκούσαν ασφυκτικές πιέσεις στον Κυπριακό Λαό να αποδεχθεί το σχέδιο Ανάν. Το μόνο που έχει αλλάξει είναι η (επικοινωνιακή) τακτική τους: ενώ τότε επιχείρησαν ευθέως να επιβάλλουν “λύση”, σήμερα κρύβονται πίσω από το “εύρημα” αναζήτησης λύσης “από τους Κυπρίους για τους Κυπρίους”.
Η Κυπριακή Δημοκρατία, άν και χώρα-μέλος του ΟΗΕ, έχει επί δεκαετίες εμπλακεί σε ατέρμονες και αδιέξοδες “διακοινοτικές συνομιλίες”, υποβαθμίζοντας η ίδια ένα πελώριο διεθνές ζήτημα εισβολής, κατοχής, εθνοκάθαρσης και παράνομου εποικισμού σε απλή δικοινοτική “διαφορά”. Επίσης, από το 2004, αν και πλήρες μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συναίνεσε στην έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας με την Ένωση, παρά το γεγονός ότι η πρώτη δεν την αναγνωρίζει, δεν εφαρμόζει το πρωτόκολλο τελωνιακής ένωσης και δεν ανοίγει τα λιμάνια και τα αεροδρόμια της στα κυπριακά πλοία και αεροπλάνα. Οι “χειρονομίες καλής θέλησης” της Κ.Δ., πέρα από την αποδοχή της “διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας” και της “πολιτικής ισότητας” των δύο κοινοτήτων, έφθασαν να αποδεχθούν, προκαταβολικά και άνευ ανταλλάγματος, πάγιες τουρκικές θέσεις όπως αυτή του “συνεταιρισμού” των δύο “συνιστώντων πολιτειών”, την εκ περιτροπής προεδρία και τη νομιμοποίηση μεγάλου αριθμού εποίκων. Άν υπήρχε πολιτική βούληση επίλυσης του κυπριακού από την άλλη πλευρά, αυτές οι “χειρονομίες” θα εύρισκαν κάποια τουλάχιστον ανταπόκριση. Το ανησυχητικό δεν είναι τόσο ότι τούτο δεν συμβαίνει -αντίθετα πολλαπλασιάζονται οι προκλήσεις και επιβεβαιώνεται η αδιαλλαξία- αλλά ότι παρά το γεγονός αυτό η Κ.Δ. δείχνει να σύρεται, παθητικά και μοιραία, σε μια πορεία αυτοκαταστροφής που τίποτα δεν φαίνεται ικανό να σταματήσει. Οι ανησυχίες εντείνονται από το γεγονός ότι το Εθνικό Συμβούλιο έχει πλήρως αδρανοποιηθεί και ο Πρόεδρος, αντί να επιζητεί τη μέγιστη συναίνεση και να αξιοποιεί διαπραγματευτικά τις εσωτερικές διαφωνίες, επιδιώκει τη φίμωση της αντίθετης άποψης και δηλώνει ότι δεν δεσμεύεται παρά μόνο από μια –απίθανη- ομοφωνία των πολιτικών δυνάμεων, διαφορετικά θα πράξει κατά βούληση. Τα παραπάνω είναι σημάδια νευρικότητας που ενισχύουν την εντύπωση ότι ο Πρόεδρος επείγεται να “κλείσει” το κυπριακό, άποψη άλλωστε που έχει επανειλημένα διατυπώσει, συνοδεύοντάς την με την επίκληση του φάσματος της διχοτόμησης.

Με την επίγνωση ότι ο μόνος σίγουρος δρόμος πρός την διχοτόμηση είναι η επιβολή “λύσης” άδικης και μη βιώσιμης και εν όψει του διαφαινομένου αδιεξόδου των απ’ ευθείας διαπραγματεύσεων, μήπως έφθασε πιά η ώρα για μια ριζική επανατοποθέτηση του κυπριακού ως διεθνούς θέματος εισβολής, κατοχής, εθνο-κάθαρσης και παράνομου εποικισμού και η αναζήτηση λύσης σύμφωνης με τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και με το ευρωπαϊκό κοινοτικό κεκτημένο, χωρίς “εγγυήτριες δυνάμεις” και βρετανικές στρατιωτικές βάσεις;
Ο δρόμος αυτός ασφαλώς δεν είναι στρωμένος με ρόδα. Είναι επιλογή αγώνα εθνικοαπελευθερωτικού και αντιιμπεριαλιστικού, αγώνα ενάντια στα εκατέρωθεν κατεστημένα που αποδεδειγμένα βολεύονται με την υπάρχουσα κατάσταση. Είναι αγώνας κοινός με τους αριστερούς τουρκοκύπριους που αντιπολιτεύονται τον Ταλάτ όπως αντιπολιτεύονταν τον Ντενκτάς. Στον αγώνα αυτό για την ελευθερία και το δίκαιο είναι σίγουρο ότι εκτός από την υποστήριξη της Ρωσίας, της Γαλλίας και της Κίνας θα έχουμε και αυτή των συντριπτικά περισσότερων χωρών και όλων των λαών, ακόμη και του τουρκικού.


Γιάννης Μαύρος
3/9/2008