Κυριακή 1 Μαρτίου 2009

Νέο δημοψήφισμα στην Κύπρο το Σεπτέμβριο του 2009

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

To Σεπτέμβριο του 2009 προγραμματίζουν, σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες, να επαναφέρουν σε δημοψήφισμα στην Κύπρο μια μορφή του σχεδίου Ανάν το Λονδίνο, η Ουάσιγκτον και οι πάμπολλοι φίλοι τους στους ιθύνοντες κύκλους Αθηνών και Λευκωσίας. Η επιδίωξη είναι να ανοίξει πανηγυρικά ο δρόμος της Τουρκίας προς την ΕΕ στη συνάντηση κορυφής της 'Ενωσης, το Δεκέμβριο 2009. Αν άλλωστε υπερψηφισθεί ένα νέο σχέδιο Ανάν ή Μπανάν, που θα παρουσιασθεί δήθεν ως σχέδιο Χριστόφια-Ταλάτ, η Τουρκία θα αποκτήσει «από το παράθυρο», μέσω δηλαδή της θεσμικής επιρροής που θα έχει στο «κυπριακό» μόρφωμα που θα προκύψει, πολλά από τα δικαιώματα του πλήρους μέλους της ΕΕ και καμιά από τις υποχρεώσεις του. 'Οπως επίσης και σημαντικούς μοχλούς πίεσης επί των Βρυξελλών. Αν επιβληθεί μια τέτοια ρύθμιση στην Κύπρο, όχι μόνο οι Ελληνοκύπριοι αλλά και η ίδια η Ελλάδα θα καταστούν εσαεί όμηροι της «καλής θέλησης» Ουάσιγκτον, 'Αγκυρας και Λονδίνου (αλλά και της ανύπαρκτης σταθερότητας του βαθιά κλυδωνιζόμενου μεταψυχροπολεμικού διεθνούς «συστήματος»), προκειμένου να μην «ανατιναχθεί» μέσα στο αίμα η επιχειρούμενη ρύθμιση. Γιατί η ουσία της ρύθμισης Ανάν και των παραπλήσιων, των μόνων δηλαδή που βρίσκονται πραγματικά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων της Λευκωσίας, είναι η κατάργηση του υφισταμένου σήμερα (παρά τις υποθήκες, τον εδαφικό ακρωτηριασμό και τις απειλές) αναγνωρισμένου, ανεξάρτητου, κυρίαρχου και δημοκρατικού κυπριακού κράτους. Κανένα κράτος δεν συνιστά «απόλυτη» εγγύηση ασφάλειας ή ευημερίας για τους πολίτες του -στις σημερινές όμως (και ήδη ταχέως επιδεινούμενες) διεθνείς συνθήκες και σε αυτή την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, η κατάργηση της κρατικής προστασίας μιας εθνικής ομάδας είναι συνταγή για καταστροφή και ανοιχτή πρόσκληση για κάθε επιβουλευόμενο- και δόξα τω Θεώ, η κολοσσιαία γεωπολιτική (αν όχι και γεωοικονομική) σημασία του «οικοπέδου» Κύπρος, του εξασφάλισε άπειρους επιβουλευομένους στο διάβα της Ιστορίας του. Μια ρύθμιση που καταλύει την κυριαρχία των Ελληνοκυπρίων ακόμη και στις ελεύθερες σήμερα περιοχές, αυτό ακριβώς που προβλέπουν τα συζητούμενα σχέδια, είναι συνταγή για τη μακροχρόνια τουρκοποίηση της Κύπρου, όπως συνέβη με τους 'Ελληνες της Ίμβρου και της Τενέδου, παρά την προστασία που υποτίθεται ότι τους προσέφερε η συνθήκη της Λωζάνης. Μια τέτοια «τουρκοποίηση» δεν θα επιχειρηθεί επειδή οι Τούρκοι είναι «βάρβαροι», αλλά γιατί θα την επιβάλλει αφεύκτως στην Τουρκία η ίδια η επιδίωξη ελέγχου του νησιού και θα την επιτρέψει ένα σχέδιο τύπου Ανάν. Δεν ζούμε στην περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όταν ο σουλτάνος μπορούσε να σεβασθεί ορισμένα δικαιώματα εθνικών ή θρησκευτικών ομάδων, που ούτε αυτός, ούτε οι ίδιες, σκεπτόντουσαν ποτέ ότι θα μπορούσαν να ξεσηκωθούν ζητώντας δικό τους κράτος. Τότε, η μη διεκδίκηση της ελευθερίας ήταν όντως τρόπος επιβίωσης για τους ραγιάδες, σήμερα όμως είναι τρόπος καταστροφής (και αυτός είναι ένας παράγοντας που μπορεί να καταστρέψει μια εθνική ομάδα, στο συλλογικό υποσυνείδητο της οποίας κυριαρχεί πολύ περισσότερο η μακραίωνη περίοδος της αναγκαστικής δουλείας και την οποία έχουν προσπαθήσει συστηματικά να ενοχοποιήσουν γιατί «σήκωσε κεφάλι», γιατί διεκδίκησε την ελευθερία της). Ο μόνος, μακροχρόνια ασφαλής τρόπος ελέγχου της Κύπρου από την Τουρκία, στις σημερινές επαναλαμβάνουμε και όχι τις προ 300 ετών συνθήκες, είναι η δραστική μεταβολή της δημογραφίας της, γιατί όσο η συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού της είναι 'Ελληνες, πάντα θα μπορούν να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους. Και επειδή η Κύπρος δεν είναι Ίμβρος ή Τένεδος, η προσπάθεια αλλαγής της δημογραφίας και η προσπάθεια να εκμεταλλευθούν οι δύο πλευρές τις όποιες ασάφειες της ρύθμισης, θα οδηγήσει πιθανότατα από μείζονες εθνοτικές συρράξεις και θα απειλήσει σοβαρά την ειρήνη μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας (όλοι οι πόλεμοι στην Ευρώπη, μετά το 1945, προέκυψαν σε ζώνες «θολής», «αμφισβητούμενης» κυριαρχίας). Αυτό συνέβη άλλωστε στο παρελθόν, στην ίδια την Κύπρο, ως αποτέλεσμα των κακών συνθηκών του 1960, αλλά επίσης και σε όλη τη Μέση Ανατολή ή στην Ινδία, όπου δηλαδή οι Βρετανοί ανακατεύτηκαν σε θέματα κρατών και συνόρων (όπως συνέβη και με τη Γιουγκοσλαβία, όπου δεν προκάλεσαν τους πολέμους οι «τρελλοί», «εγκληματίες» εθνικιστές, αλλά ήταν η εξωτερική επέμβαση, με την αναγνώριση των δημοκρατιών, τη διάλυση του κράτους και την επαναχάραξη των συνόρων, που έκανε αναγκαίους και επίκαιρους τους «τρελούς» και τους «εγκληματίες»). Δεν πρέπει εξάλλου να ξεχνάμε ότι η ελληνική και ακόμα περισσότερο η κυπριακή κοινωνία, εύκολα στην Ιστορία τους μετασχηματίζουν τις εξωτερικές πιέσεις σε εσωτερικές και συχνά βίαιες και αιματηρές συγκρούσεις. Στην Κύπρο, μόνο η τραγωδία του 1974, αλλά και η ύπαρξη συγκεκριμένου και καθορισμένου κρατικού πλαισίου τα τελευταία 35 χρόνια, επέτρεψε μια ειρηνική πολιτική ζωή. Αν το πλαίσιο αυτό απειληθεί με οποιονδήποτε τρόπο, δεν μπορούμε να ξέρουμε αν δεν θα γυρίσουμε και στις τόσο συνήθεις στην ιστορία μας, αδελφοκτόνες συγκρούσεις. Γενικότερα μιλώντας, η εκρηκτική κατάσταση στη Μέση Ανατολή, ο κλονισμός του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος, οι αμφιβολίες για το μέλλον της ΕΕ, καθιστούν σε αυτή την περίοδο ακραίο τυχοδιωκτισμό, την εγκατάλειψη των στέρεων, διεθνώς και ιστορικά δοκιμασμένων αρχών κρατικής κυριαρχίας, προς όφελος παράξενων, «ανατολίτικων» και μετα-αποικιακών ρυθμίσεων που δεν εφαρμόζονται πουθενά στον κόσμο, πλην ίσως της Βοσνίας και του Κοσόβου. Αλλά σε αυτό το δρόμο μοιάζει να μπαίνει ευθύς εξαρχής ο Δημήτρης Χριστόφιας, όταν δέχεται π.χ. εκ περιτροπής προεδρία ή η πλειοψηφία των πολιτικών κομμάτων της Κύπρου όταν δέχονται την εξωφρενική και μοναδική παγκοσμίως θέση κράτους χωρίς στρατό, χωρίς μέσο για την άσκηση του δικαιώματος της αυτοάμυνας και της ίδιας της κυριαρχίας. Η ίδια η ζωή οδηγεί τον Δημήτρη Χριστόφια μπροστά στο εξής δίλημμα: Να υπερβεί τις αδυναμίες που οδήγησαν την ηγεσία του ΑΚΕΛ να συγκρουσθεί με το λαϊκό ένστικτο το 1931, το 1955, το 2004, έστω κι εάν διόρθωσε εκ των υστέρων τα λάθη της, καθιστώντας το κόμμα του ηγεμονική εθνική και κοινοτική δύναμη (αλλά πρέπει εγκαίρως να ετοιμάσει το σχέδιο Β), ή να ακολουθήσει το δρόμο τόσων και τόσων συντρόφων του της ανατολικής Ευρώπης και όχι μόνο, συμβιβαζόμενος με τα ιμπεριαλιστικά σχέδια και οδηγώντας το κόμμα του στην καταστροφή, υπό τον παραπλανητικό τίτλο «λύση του Κυπριακού για να αποφύγουμε τη διχοτόμηση» και τελικό αποτέλεσμα και κατάλυση του κράτους και διχοτόμηση.

Φιλελεύθερος, 21/12/2008

Ο «κομαντάντε» μιλάει στον «ΚτΕ»

Βενεζουέλα

Ο «κομαντάντε» μιλάει στον «ΚτΕ»

Το κατά Ούγκο Τσάβες ευαγγέλιο…

Ο πρόεδρος της Μπολιβαριανής Δημοκρατίας σκιαγραφεί τον «σοσιαλισμό του 21ου αιώνα» και το όραμά του για τη νέα αρχιτεκτονική του κόσμου

Καράκας, Αποστολή

του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Δύο πρόσωπα σήμερα στην αμερικανική ήπειρο μαγνητίζουν το παγκόσμιο ενδιαφέρον. Ο νεοεκλεγείς, σε μια κρισιμότατη συγκυρία για την υπερδύναμη και τον κόσμο, πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα στον βορρά της ηπείρου. Και ο συνταγματάρχης Ούγκο Τσάβες, πρόεδρος της Μπολιβαριανής Δημοκρατίας της Βενεζουέλας και «κόκκινο πανί», εδώ και πολλά χρόνια, για την Ουάσινγκτον.

Συναντήσαμε τον πρόεδρο Τσάβες στο Καράκας, στο περιθώριο της 8ης παγκόσμιας συνάντησης των Διανοούμενων και Καλλιτεχνών για την Υπεράσπιση της Ανθρωπότητας, μιας οργάνωσης που ίδρυσαν στην πρωτεύουσα της Βενεζουέλας, εδώ και τέσσερα χρόνια, διανοούμενοι από 52 χώρες. Μια συνάντηση, μια συζήτηση μαζί του είναι μια «περιπέτεια», ιδίως για τον δημοσιογράφο που θέλει να συνοψίσει το νόημά της, αφού ο πιο γνωστός σήμερα, μαζί με τον Ομπάμα, πολιτικός της αμερικανικής ηπείρου μοιάζει, στον λόγο του, με ποταμό που άλλοτε κυλάει σιγά σιγά κι άλλοτε γίνεται ορμητικός χείμαρρος, διανθίζοντας με πολλή παραστατικότητα τα νοήματά του. Είναι ένας ηγέτης που «ασφυκτιά» να μεταδώσει το μήνυμά του, να εξηγήσει την πράξη του.

Στη συνέχεια παραθέτουμε τα κυριότερα σημεία των απόψεών του ανθρώπου που κυβέρνηση και πολιτικοί των ΗΠΑ λένε «δικτάτορα» και του οποίου ο Πατ Ρόμπερτσον ζήτησε δημοσίως από τον πρόεδρο Μπους να διατάξει τη δολοφονία του. Διαπιστώνοντας όμως ότι οι απειλές αυτές τού κάνουν μάλλον καλό, τα δυτικά Μέσα επιχειρούν εδώ και κάποιο καιρό να εξουδετερώσουν το συχνά εκρηκτικό περιεχόμενο των θέσεών του, παρουσιάζοντάς τον ως γραφικό «βασιλιά της γκάφας» και εκμεταλλευόμενοι τους θεατρικούς του τρόπους, όπως τότε που ανέβηκε στο βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, χαρακτηρίζοντας «διάβολο» τον Μπους και κραδαίνοντας το βιβλίο του Νόαμ Τσόμσκι. Είτε έτσι όμως, είτε αλλιώς, ο διοικητής (commandande) Ούγκο Τσάβες, που δηλώνει συνεχιστής του Τσε και του Φιντέλ (που τον λέει «πατέρα» στη συζήτηση μαζί μας), του Λένιν και του Μπολίβαρ, οπαδός της «Διαρκούς Επανάστασης» του Λέον Τρότσκι κι όχι της «παγωμένης του Ναπολέοντα», προνομιακός συνομιλητής Ρώσων, Ιρανών και Κινέζων, δεν αφήνει κανέναν στον κόσμο αδιάφορο.

ΘΕΜΑ 2

«Δουλεύουμε για μια

ενωμένη Λατινική Αμερική»

«Επιδιώκουμε», λέει ο Τσάβες, «να σχεδιάσουμε έναν νέο γεωπολιτικό χάρτη του κόσμου. Οι εποχές αλλάζουν. Θα έρθει μια μέρα που οι ΗΠΑ δεν θα είναι πια αυτοκρατορία, θα είναι μια δύναμη, όχι όμως μια αυτοκρατορία». Διαψεύδει ότι τρέφει ο ίδιος «ηγεμονικές» τάσεις. «Με τον Ραφαέλ (Κορρέα, πρόεδρο του Ισημερινού) και τον Έβο (Μοράλες, πρόεδρο της Βολιβίας) δεν είμαστε παρά μια λέσχη φίλων. Δημιουργήσαμε μια τράπεζα για να χρηματοδοτήσουμε το εμπόριο μεταξύ μας». Η λατινοαμερικανική ολοκλήρωση είναι το μεγάλο όνειρο του προέδρου της Βενεζουέλας, που είναι ο αυτουργός κάθε σχετικής πρωτοβουλίας και πρότεινε μάλιστα, στον απόηχο της οικονομικής κρίσης, να αποκτήσει η ήπειρος το δικό της κοινό νόμισμα, το σούκρε (από το όνομα του στρατιωτικού ηγέτη της εξέγερσης κατά της ισπανικής κυριαρχίας). Προχωράει το σχέδιο μιας «Τράπεζας του Νότου» και ενός «Αμυντικού Συμβουλίου» της Νότιας Αμερικής. «Την ώρα που ο νεοφιλελευθερισμός καταρρέει, εμείς προχωράμε στην ενότητά μας. Δεν έχουμε ούτε μια μέρα να χάσουμε», λέει περήφανος και ανυπόμονος ο Τσάβες.

«Εμείς ξυπνήσαμε τον OPEC το 2000 και μόνο για δύο ψήφους δεν πέρασε η πρότασή μας να φτιάξουμε μια τράπεζα των πετρελαιοπαραγωγών χωρών. Φανταστείτε σε ποια θέση θα ήμαστε τώρα αν υπήρχε. Φτιάξαμε στρατηγική σχέση με τη Ρωσία και την Κίνα. Είμαστε μόνοι όταν ξεκινήσαμε τον αγώνα εναντίον της Συμφωνίας Ελεύθερου Εμπορίου που προωθούσαν οι ΗΠΑ, στο τέλος όμως τη… θάψαμε. Και εγκαθιδρύσαμε έλεγχο των συναλλαγών για να προστατευθούμε από το κερδοσκοπικό κεφάλαιο, που φεύγει μέσα σε μια νύχτα», μας λέει.

ΘΕΜΑ 3

«Σημείο των καιρών η νίκη

του μαύρου Ομπάμα»

Ο πρόεδρος της Βενεζουέλας έχει επανειλημμένα εξάρει την ιστορική εκλογή ενός απόγονου πάμφτωχων Αφρικανών ως προέδρου του ισχυρότερου έθνους στον κόσμο, βλέποντας στην εκλογή αυτή ένα σύμπτωμα της αλλαγής των καιρών, μιας «αλλαγής που άρχισε εδώ, στη Νότιο Αμερική, και χτυπάει τώρα τις πόρτες των ΗΠΑ». Το μήνυμά του προς τον νεοεκλεγέντα πρόεδρο είναι σαφές: «Ας ασχοληθεί με τα προβλήματα της χώρας του κι ας εγκαταλείψει τον ιμπεριαλισμό, ας βρει έναν τρόπο συνεργασίας με τις άλλες χώρες στον κόσμο. Ήρθε ο καιρός να εγκαθιδρύσουμε νέες σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Βενεζουέλας και στην περιοχή μας, σχέσεις βασισμένες στον σεβασμό της κυριαρχίας, της ισότητας, της αληθινής συνεργασίας. Είμαι έτοιμος να καθίσω μαζί του και να συζητήσω ένα σχέδιο για σχέσεις ισότητας και αμοιβαίου σεβασμού. Ούτε περισσότερο, ούτε λιγότερο. Να μπούμε σε ένα καινούργιο στάδιο, που θα επιτρέπει διαφορές. Γιατί εμείς βέβαια είμαστε επαναστάτες, σοσιαλιστές και δεν θα αλλάξουμε κατεύθυνση. Δεν ζητάμε να γίνει ο Ομπάμα επαναστάτης και σοσιαλιστής. Του ζητάμε, ως μαύρος, να κάνει μια καινούργια αρχή, να σταματήσει την επίθεση κατά της Βενεζουέλας και του Ιράν, να σταματήσει τον πόλεμο στο Ιράκ. Είμαι σίγουρος ότι καταλαβαίνει ότι ο Τσάβες δεν είναι ούτε απειλή για τις ΗΠΑ, ούτε τύραννος». Κατ’ ιδίαν βέβαια, ορισμένοι «τσαβίστες» ανησυχούν γιατί πιστεύουν ότι ο Ομπάμα θα αποδειχθεί ικανότερος να συγκαλύψει την επιθετική πολιτική της χώρας του...

ΘΕΜΑ 4

«Η Βενεζουέλα μπορεί

να στηριχτεί στη Ρωσία»

Ο Τσάβες εκφράζει ήδη τον φόβο ότι οι ΗΠΑ θα αντιδράσουν όταν υπογράψει τη συμφωνία πυρηνικής συνεργασίας με τον Ρώσο πρόεδρο Μεντβέντεφ, που θα υποδεχθεί στο Καράκας, τέλη του μήνα, μαζί με ένα μικρό ρωσικό στόλο υπό τη ναυαρχίδα της Ρωσίας, το «Πιοτρ Βελίκι», που καταπλέει για κοινά γυμνάσια στην Καραϊβική. Η συνεργασία μας θα είναι απολύτως ειρηνική, απαντάει προκαταβολικά στις αιτιάσεις της Ουάσιγκτον και προσθέτει: «Η μόνη γιγαντιαία, άπειρη ατομική μας βόμβα είναι το ηθικό κι η συνείδηση του λαού της Βενεζουέλας. Μας κόστισε πολύ, το παλέψαμε να φτιάξουμε τη στρατηγική σχέση με τη Ρωσία, αλλά τώρα είμαστε σύμμαχοι, η Βενεζουέλα μπορεί να στηριχτεί στη Ρωσία, είμαστε τώρα ελεύθεροι, απελευθερωθήκαμε από τον γιάνκικο ιμπεριαλισμό και χρησιμοποιούμε την ελευθερία μας».

ΘΕΜΑ 5

«Προέβλεπαν ότι θα καταρρεύσουμε

εμείς και τελικά χρεοκόπησαν αυτοί»

Σε αντίθεση με τα περισσότερα Κ.Κ. της Λατ. Αμερικής, που δεν μπόρεσαν να νιώσουν αληθινά τις ανάγκες των κοινωνιών του αμερικανικού νότου, και σπανιότατα βρέθηκαν επικεφαλής των εξεγέρσεών τους, ο μπολιβαριανός «σοσιαλισμός του 21ου αιώνα» είναι ένα βαθύτατα εθνικό κίνημα. «Τι ήταν η Βενεζουέλα άλλο από μια αποικία των ΗΠΑ, σε όρους πετρελαίου και σε όρους κουλτούρας;», μας λέει ο Τσάβες, προτού διερωτηθεί: «Αν δεν είχαμε αποσυνδεθεί από τις ΗΠΑ και τον παγκόσμιο καπιταλισμό, από την Παγκόσμια Τράπεζα και το ΔΝΤ, από τις τράπεζές τους, θα αντιμετωπίζαμε τώρα τρομακτική κρίση. Και τώρα φυσικά θα επηρεαστούμε. Αλλά δεν υπάρχει πανικός. Κι αν δοκιμάσουν οι ιδιωτικές τράπεζες να εκμεταλλευθούν την κατάσταση και να μας παίξουν παιχνίδια, θα τους τις πάρουμε».

«Αυτοί, η Merrill Lynch, η Goldman Sachs, η Lehman Brothers, οι καλύτεροι βορειομερικανοί σπεσιαλίστες, δέκα χρόνια τώρα προφητεύουν ότι θα χρεοκοπήσουμε, ότι η Βενεζουέλα θα καταρρεύσει», μας λέει ο πρόεδρος και συνεχίζει: «Δεν πέρασε ούτε μια μέρα που να μη μας δείξουνε το μίσος τους. Τώρα, ποιος έχει χρεοκοπήσει; Πού είναι αυτοί και πού εμείς; Μας κατηγορούσαν ότι εθνικοποιούσαμε, τώρα αυτοί εθνικοποιούν. Οι δικές τους τράπεζες, οι μεγάλες καπιταλιστικές τράπεζες χρεοκοπούν, εμείς, εδώ στη Βενεζουέλα, ιδρύουμε τράπεζες στις γειτονιές, τις διαχειρίζονται άντρες και γυναίκες, εκλεγμένοι εκπρόσωποι των κατοίκων, τους δώσαμε εκατομμύρια. Εμείς δεν έχουμε πανικό, γιατί καταφέραμε να αποσυνδεθούμε από τον παγκόσμιο καπιταλισμό». Ο Τσάβες πρότεινε στον Σαρκοζί μια διάσκεψη όχι μόνο των μεγάλων του κόσμου, αλλά μια παγκόσμια συνέλευση των κυβερνήσεων για την αντιμετώπιση των οικονομικών προβλημάτων. Αλλά, λέει, «αυτοί μοιάζουν κλεισμένοι στον κόσμο τους, ο κόσμος βρίσκεται σε χάος, δεν δίνουν ούτε σεντ για τους φτωχούς του πλανήτη, βρίσκουν όμως τρισεκατομμύρια για να σώσουν την παγκόσμια μπουρζουαζία. Αλλά ο καπιταλισμός δεν σώζεται».

«Εμείς στη Βενεζουέλα οικοδομούμε μια στέρεη εθνική οικονομία. Ένα μοντέλο κατάλληλο για εμάς», λέει ο Τσάβες και προσθέτει: «Την ονομάζουμε μπολιβαριανή, αλλά είναι σοσιαλισμός. Πρέπει να ξαναεφεύρουμε τον σοσιαλισμό. Βγάζουμε τώρα τα ντοκουμέντα του Ροντρίγκεζ, του “Σωκράτη του Καράκας”, από το σκοτάδι όπου τα έριξαν οι δικτάτορες. Διεξάγουμε έναν πόλεμο να ξανακερδίσουμε την κουλτούρα μας. Η Νότια Αμερική δεν μπορεί να αντιγράψει μοντέλα. Πρέπει να βρούμε τα δικά μας... Ο Φιντέλ λέει ότι ένα από τα μεγαλύτερα σφάλματά μας ήταν να πιστεύουμε ότι κάποιος ξέρει πώς να οικοδομήσει τον σοσιαλισμό. Είχαμε διάφορες εμπειρίες, στη Χιλή, τη Βολιβία, τη Νικαράγουα, την Καραϊβική. Μόνο η κουβανέζικη επανάσταση άντεξε, μόνο η Κούβα δεν υπέκυψε στον ιμπεριαλισμό».

ΘΕΜΑ 6

«Ο Φιντέλ προείδε το επαναστατικό

κύμα όταν ήμασταν στο ναδίρ…»

Τον Τσάβες τον είπαν «τύραννο» και «δικτάτορα» (παρ’ όλο που κέρδισε καμιά δεκαριά εκλογικές αναμετρήσεις, πιστοποιημένες ελεύθερες από το κέντρο Κάρτερ). «Ναι, και τον Μπολίβαρ, όμως, μήπως δεν τον χαρακτήρισαν έτσι; Ο στρατός της Βενεζουέλας», εξηγεί ο συνταγματάρχης των αλεξιπτωτιστών, επικεφαλής μιας στρατιωτικής εξέγερσης το 1993 και φυλακισθείς, προτού αμνηστευθεί και εκλεγεί πανηγυρικά πρόεδρος, «ήταν επαναστατικός από την αρχή, ήταν ο στρατός του Μπολίβαρ, ως τέτοιος ιδρύθηκε. Εμείς, πριν από δέκα χρόνια, είδαμε τη διεθνή κατάσταση, είχαμε και το παράδειγμα της Κούβας. Στην Ευρώπη ήταν σαν κάποιος να είχε κλείσει το φως. Είχαν δαιμονοποιήσει όλες τις σοσιαλιστικές ιδέες. Δέχτηκαν χωρίς κουβέντα τη συναίνεση της Ουάσιγκτον, λάτρευαν το ΔΝΤ. Τα πανεπιστήμιά σας πλημμύρισαν από νεοφιλελεύθερο φονταμενταλισμό. Το να διατηρήσεις -σε μια τέτοια κατάσταση- ζωντανές τις αξίες του σοσιαλισμού έχει τεράστια σημασία, και αυτή ήταν η μεγάλη συμβολή του Φιντέλ. Εμείς εδώ αναρωτηθήκαμε τότε αν πρέπει να προχωρήσουμε στην επανάσταση. Δεν μπορούσαμε όμως να κάνουμε αλλιώς, γιατί υπήρχε ένα κίνημα που το ζητούσε. Βλέπουμε τώρα ένα προοδευτικό, επαναστατικό κύμα που σηκώθηκε στη Λατινική Αμερική, κι αυτό το κύμα ο Φιντέλ το προείδε όταν βρισκόμαστε στο χειρότερο σημείο. Το πνεύμα του σοσιαλισμού ζητάει τώρα την ενσάρκωσή του, μια υλική βάση. Αν δεν ριζώσει, το φάντασμα θα φύγει από το μυαλό. Γι’ αυτό θέλουμε να προχωρήσουμε στον σοσιαλισμό όλο και πιο γρήγορα. Αλλά κάναμε βέβαια σφάλματα, θέλαμε να τα κάνουμε όλα μαζί, δεν γίνονται όλα μαζί. Ξεκινήσαμε μια μετάβαση».

«Χρειαζόμαστε την πολιτοφυλακή, χρειαζόμαστε και τις ιδέες», τονίζει ο «κομαντάντε», «τσιτάροντας» το βιβλίο του Ivan Meszaros «Πέρα από το Κεφάλαιο». «Ο Μeszaros», λέει, «έχει πολύ δίκιο όταν γράφει ότι το πιο συνηθισμένο στρατηγικό σφάλμα είναι να επιτίθεσαι στο σημείο ήσσονος αντίστασης του αντιπάλου. Εγώ συμφωνώ απολύτως μαζί του. Η επίθεση πρέπει να γίνεται στο πιο ισχυρό σημείο του αντιπάλου. Το πνεύμα πρέπει να βρει το σώμα. Η κουβανέζικη φλόγα έγινε φωτιά και ζεσταίνει την ήπειρο. Ας θάψουμε τον καπιταλισμό, ας γράψουμε ιστορία, προσφέροντας τον σοσιαλισμό στην ανθρωπότητα. Η δικιά μου πατρίδα είναι η ανθρωπότητα, το δίκιο, ο λαός, η αγάπη».

ΕΝΘΕΤΟ

Διεκδικεί την κληρονομιά του Αλιέντε, αλλά… οπλισμένη

Τρίτη βράδυ, θέατρο Καρένιας στο Καράκας. Πρεμιέρα του έργου «Σαλβαδόρ Αλιέντε, ο θάνατος ενός προέδρου». Μεταξύ των θεατών, ο εγγονός και πολλοί συνεργάτες του δολοφονηθέντος Χιλιανού ηγέτη. Ο ηθοποιός κοιτάει σκεφτικός το αυτόματο που κρατάει στο χέρι, δώρο, και προτροπή μαζί, από τον Φιντέλ Κάστρο. Είναι αργά, όμως, για να το χρησιμοποιήσει. Στην υπηρεσία του Χένρι Κίσινγκερ και της CIA, οι στρατηγοί του τον πρόδωσαν κι ο ίδιος δεν θέλησε να οπλίσει τους εργάτες. 11 Σεπτεμβρίου του 1973, η αεροπορία βομβαρδίζει το προεδρικό μέγαρο της Μονέδα, στο κέντρο του Σαντιάγο (ένα μόλις χρόνο προτού οι ίδιες δυνάμεις στρέψουν τον δολοφονικό τους οίστρο κατά των Ελλήνων στην Κύπρο). Είναι αργά για να αμυνθεί, δεν είναι αργά για να θυσιαστεί. Αρνείται να φύγει από τη χώρα, όπως του προτείνουν. Μιλάει για τελευταία φορά στον λαό που τον εξέλεξε: «Ζήτω η Χιλή, ζήτω ο λαός, ζήτω οι εργαζόμενοι»! Η αυλαία πέφτει. Μέσα στον ορυμαγδό των εκρήξεων και των πυροβολισμών ακούγεται καθαρά η φωνή του: «Ο Αλιέντε δεν παραδίδεται!».

Τα φώτα ανάβουν, όρθιοι και συγκινημένοι οι θεατές χειροκροτούν ασταμάτητα. Από την πρώτη σειρά της πλατείας ο συνταγματάρχης Ούγκο Τσάβες ανεβαίνει στη σκηνή, φιλάει και αγκαλιάζει σφιχτά πολλή ώρα τον ηθοποιό που έπαιξε τον Αλιέντε. Το θέατρο παραληρεί, κι όταν αυτός φεύγει στα παρασκήνια, του ζητάει επίμονα να ξαναγυρίσει. Επιστρέφει για να φωνάξει: «Ο Αλιέντε ζει. Είναι η ελπίδα όχι μόνο της Χιλής, είναι η ελπίδα της αμερικάνας πατρίδας (de la patria americana), της πατρίδας του Μπολίβαρ». Γεμάτη «τσαβίστες» και ντυμένη στα κόκκινα, η αίθουσα απαντάει φωνάζοντας με όλη τη δύναμη των πνευμόνων της: «Ο Αλιέντε ζει, ο αγώνας συνεχίζεται».

Στα «ορεινά», μια ομάδα ιθαγενών από τον Ορινόκο της Αμαζονίας, ντυμένοι με τις παραδοσιακές φορεσιές τους, εκπρόσωποι του πρώτου πανεπιστημίου τους που ιδρύθηκε από την κυβέρνηση Τσάβες, χοροπηδάνε χαρούμενοι, θέλοντας να δείξουν την ευγνωμοσύνη τους στον πρώτο πρόεδρο της Βενεζουέλας που έκανε κάτι γι’ αυτούς. «Pueblo culto, pueblo libro» (λαός μορφωμένος, λαός ελεύθερος), τους χαιρετάει ο Τσάβες από τη σκηνή και απευθυνόμενος σε όλη την αίθουσα λέει: «Εσείς είστε οι οικοδόμοι του μπολιβαριανού σοσιαλισμού, εσείς πρέπει να παλέψετε εναντίον των Σειρήνων της διαφθοράς και του ατομικισμού», προτού καυχηθεί γιατί επί των ημερών του τα παιδιά τελειώνουν το σχολείο και όσοι δεν το τέλειωσαν ξαναπάνε τώρα και γιατί η Βενεζουέλα εκτόξευσε πριν από μερικές μέρες της τον πρώτο δορυφόρο της, που τον ονόμασε (πως αλλιώς;) «Σιμόν Μπολίβαρ». «Αναλφαβητισμός μηδέν, φτώχεια μηδέν, πείνα μηδέν», είναι το τρίπτυχο που συμπυκνώνει τις προσπάθειες, άλλοτε επιτυχείς, άλλοτε λιγότερο, της «μπολιβαριανής» κυβέρνησης της Βενεζουέλας.

Αν όμως ο Τσάβες διεκδικεί την πολιτική κληρονομιά της χιλιανής «Λαϊκής Ενότητας», δεν διεκδικεί καθόλου τον αποκλειστικά ειρηνικό χαρακτήρα των μεθόδων της. Από τη σκηνή του θεάτρου Καρένιας, προειδοποιεί τώρα τους «φασίστες» της αντιπολίτευσης ότι ο στρατός που ίδρυσε ο Σιμόν Μπολίβαρ δεν θα τους επιτρέψει να ανατρέψουν τη δική του, «μπολιβαριανή» επανάσταση. «Τους προειδοποιώ, η δική μας επανάσταση θα είναι πάντα οπλισμένη, εδώ ο λαός έχει όπλα, δεν κατάφεραν να μας υποτάξουν, δεν θα το πετύχουν ποτέ», λέει και η αίθουσα του απαντά ενθουσιασμένη «λαός ενωμένος, ποτέ νικημένος». (Στην πραγματικότητα βέβαια, το αντίστροφο μοιάζει πιο αληθινό. Εδώ στη Βενεζουέλα είναι τα «όπλα» μάλλον που βρήκαν την «επανάστασή» τους, παρά η «επανάσταση» που βρήκε τα «όπλα» της).

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΛΛΗΝΟΡΩΣΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΑ ΘΕΜΕΛΙΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΕΛΛΗΝΟΡΩΣΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου (*)

Κυρίες και Κύριοι, αγαπητοί φίλοι,

Ευχαριστώ πολύ τους οργανωτές για την πρόσκλησή τους να μιλήσω σε αυτό το Φόρουμ και τους συγχαίρω για την πρωτοβουλία τους, μια πρωτοβουλία που, τολμώ να πω, μάλλον άργησε πολύ στην πραγματικότητα. Το δυναμικό των ελληνορωσικών σχέσεων είναι τεράστιο, δυστυχώς όμως, σπάνια στην ιστορία μας, υλοποιήθηκε. Κάλλιο αργά βέβαια παρά ποτέ, λέει ο λαός μας.

Ο τέως Υπουργός Εξωτερικών, ο Πέτρος Μολυβιάτης μου διηγήθηκε μια μέρα τη συζήτηση που είχε με τον πρώην σοβιετικό Πρόεδρο Μιχαήλ Γκορμπατσώφ, καθώς τον συνόδευε στο αεροδρόμιο, μετά από μια επίσκεψή του στην Αθήνα. Ο Γκορμπατσώφ εξέφρασε την ικανοποίησή του για τη συνομιλία με τον Καραμανλή και την προθυμία του να κάνει κάτι για την Ελλάδα. Αυτό που μπορείτε να κάνετε για την Ελλάδα, αλλά και για τον κόσμο όλο, του απάντησε ο Μολυβιάτης, είναι να ξαναγίνετε μεγάλη δύναμη. Ακούγοντας τον ο Μιχαήλ Σεργκέγιεβιτς, συγκινημένος, έσκυψε και τον φίλησε.

Γιατί ένας συντηρητικός ‘Ελληνας διπλωμάτης και πολιτικός να επιθυμεί τόσο πολύ μια ισχυρή Ρωσία; Γιατί ένας Μακάριος, που ξεκίνησε με πολύ φιλοαμερικανικές και συντηρητικές ιδέες την πολιτική του διαδρομή, στέλνει το 1964 τον Βάσσο Λυσσαρίδη να συναντήσει στο Σότσι τον Νικήτα Χρουστσώφ, για να ζητήσει τη συνδρομή των Σοβιετικών προς την απειλούμενη Κύπρο; Κι όταν ο Βάσσος Λυσσαρίδης ρώτησε τον Χρουστσώφ, αν θα βοηθήσει την Κυπριακή Δημοκρατία απέναντι στις ήδη εκδηλούμενες απειλές της Τουρκίας, ο Γενικός Γραμματέας τούδειξε τις εληές που τρώγανε και τούπε «είναι από τη χώρα σου». Κυπριακές είναι; ρώτησε ο Λυσσαρίδης. ‘Οχι ελληνικές, του απάντησε ο σοβιετικός ηγέτης, προτού του πει ότι η χώρα του δεν θα επιτρέψει στην Τουρκία να υλοποιήσει τις απειλές της. Το αποτέλεσμα της συνομιλίας ήταν η σοβιετική προειδοποίηση προς την Ουάσιγκτον και η επιστολή Τζόνσον στον Ινονού που ακολούθησε αποτρέποντας, τότε, την τουρκική επέμβαση.

Η στάση του Μολυβιάτη ή του Μακάριου δεν είναι μια παράξενη εξαίρεση. Ακόμα και στο απόγειο του Ψυχρού Πολέμου, τη στιγμή που δύο πάνοπλοι συνασπισμοί απειλούσαν να αφανίσουν ο ένας τον άλλο και η Ευρώπη είχε χωριστεί από μια αδυσώπητη σύγκρουση ιδεών και αξιών, που όμοιά της ίσως δεν γνώρισε ποτέ μετά τους θρησκευτικούς πολέμους, και πάλι ο ελληνικός και ο ρωσικός χώρος έμοιαζαν να θέλουν να συντηρήσουν αυτή την ιδιαίτερη δική τους σχέση, να την προστατεύσουν όσο γινόταν από τις τιτανομαχίες στις οποίες είχαν εμπλακεί, σε ένα μακρότερο θάλεγα επίπεδο ιστορικού χρόνου. Αν για τους ‘Ελληνες αριστερούς, ήταν φυσική η συμπάθεια προς τη σοβιετική Ρωσία, δεν είναι όμως καταρχήν τόσο εύκολα κατανοητή η ίδια συμπάθεια, προερχόμενη από την σφόδρα αντικομμουνιστική και έντονα φιλοαμερικανική συντηρητική παράταξη της χώρας.

Τι είναι άραγε αυτό που συνδέει τους ‘Ελληνες με τους Ρώσους τόσο μοναδικά ιδιαίτερο, ακόμα κι όταν το κοινωνικό καθεστώς και η διεθνής ένταξη των δύο χωρών βρέθηκαν στους αντίποδες; Γιατί η πολιτική φιλίας με τη Ρωσία είναι, διαχρονικά και ανεξάρτητα συχνά παρατάξεων, τόσο δημοφιλής στον ελληνικό λαό, συχνά και στην ηγεσία του; Στο κάτω κάτω, δεν λείπουν και οι διαφορές ανάμεσα στις δύο χώρες. Οι ‘Ελληνες διακρινόμαστε για τον έξαλλο και αυτοκαταστροφικό, έστω κι αν καμμιά φορά μπορεί να γίνει και τόσο γοητευτικός, ατομικισμό μας. Οι Ρώσοι είναι ο πιο συλλογικός λαός της Ευρώπης, έστω κι αν η συλλογικότητα αυτή πήρε ενίοτε πολύ δεσποτικές μορφές και έγινε βραχνάς στην εξέλιξη της ίδιας της Ρωσίας και όλης της Ευρώπης. Και οι ‘Ελληνες και οι Ρώσοι είναι λαοί πολύ δύσκολοι να κυβερνηθούν, η σχέση του ‘Ελληνα όμως και η σχέση του Ρώσου με την εξουσία είναι πολύ διαφορετικές.

Αλλά τι εξηγεί άραγε και τον τρόμο, την απέχθεια, που τόσο φανερά προκαλεί οποιαδήποτε ελληνορωσική προσέγγιση, τόσο φυσιολογική μεταξύ δύο ομοδόξων και ιστορικά συνδεόμενων εθνών, στις δύο Αυτοκρατορίες που διαφέντεψαν τον κόσμο μας τους τελευταίους αιώνες, την αγγλική και την αμερικάνικη; Ποιόν κίνδυνο για την δική τους εξουσία τους μοιάζουν να αναγνωρίζουν διαχρονικά σε οποιαδήποτε στενότερη σχέση Ελλάδας και Ρωσίας; Μια ανεξάρτητη Ελλάδα είναι παραλογισμός. Η Ελλάδα μπορεί να είναι είτε αγγλική, είτε ρωσική κι αφού δεν πρέπει να είναι ρωσική θα είναι οπωσδήποτε αγγλική υποστηρίζει στα μέσα του 19ου αιώνα ο Sir Edmund Layons, Βρετανός Πρέσβης στην Αθήνα. Ενάμισυ αιώνα αργότερα, ο θεωρητικός της σύγκρουσης των πολιτισμών Σάμιουελ Χάντιγκτον κατηγοριοποιεί, από κοινού και με ελάχιστα συγκαλυμμένη εχθρική διάθεση, στον «ορθόδοξο κόσμο» Ελλάδα και Ρωσία και ο Μάθιου Μπράιζα από το Στέιτ Ντηπάρτμεντ, μας εξηγεί γιατί δεν πρέπει να θέλουμε και να χρειαζόμαστε ελληνορωσικούς αγωγούς αερίου και πετρελαίου.

Μερικοί θα αποδώσουν τον βαθύ, επίμονο ελληνορωσικό «έρωτα» στο διάβα των αιώνων, στον ρόλο της θρησκείας. Είναι σωστό, αλλά μόνο εν μέρει. Και πάντως σήμερα, κατά τη δικιά μου τουλάχιστον άποψη, ξέρω ότι αρκετοί μπορεί να διαφωνήσετε, η θρησκεία δεν παίζει στην πραγματικότητα καθοριστικό ρόλο, ούτε στην ρωσική μετασοβιετική κοινωνία, ούτε στην Ελλάδα. Οπωσδήποτε δεν παίζει τον ρόλο που παίζει αίφνης ο καθολικισμός σε χώρες όπως η Πολωνία, η Ισπανία, η Ιρλανδία, για να μη μιλήσουμε για το Ισλάμ. Ακόμα κι όταν σημειώνεται μια ενδυνάμωση του ρόλου της, αυτή η ενδυνάμωση έχει μάλλον να κάνει με τον ρόλο της ως πολιτικού δόγματος, «μεταβατικής» πολιτικο-ιδεολογικής άμυνας απέναντι στην «παγκοσμιοποίηση», σε ένα διεθνές περιβάλλον ήττας του «σοσιαλισμού» και αποδοκιμασίας του «εθνικισμού», παρά με μια πραγματική εμβάθυνση του θρησκευτικού συναισθήματος ή του ρόλου του στην κοινωνική οργάνωση.

Δεν θέλω με αυτά να υποτιμήσω τον ρόλο της κοινής θρησκευτικής πίστης στην εμφάνιση της ελληνορωσικής φιλίας και στη μεγάλη σημασία που και σήμερα μπορεί να έχει ως παράγων προσέγγισης των δύο εθνών. Αν όμως είναι ένα από τα αίτια της προσέγγισης, στην πραγματικότητα, η κοινή θρησκευτική επιλογή είναι ομοίως και αντανάκλαση μιας βαθύτερης κοινότητας, παρά τις πολλές εξωτερικές διαφορές, βιωμάτων και εμπειρών που αποκόμισαν ‘Ελληνες και Ρώσοι στην ιστορική τους πορεία και του τρόπου που συνακόλουθα αντιμετωπίζουν τον κόσμο. Μια θρησκευτική επιλογή δεν είναι μόνο μια επιλογή ηθική, φιλοσοφική ή μεταφυσική. Και πάντως, για τους ηγεμόνες του Κιέβου ήταν ασφαλώς επιλογή πολιτικού, τουλάχιστο όσο και θρησκευτικού δόγματος. Ιστορικά άλλωστε, μια επιλογή θρησκευτικού δόγματος συχνά στην ιστορία ανταποκρίθηκε και εξέφρασε έναν ορισμένο τύπο κοινωνικής εξέλιξης και γεωπολιτικής θέσης.

‘Ελληνες και Ρώσοι μπήκαμε με καθυστέρηση στη νεώτερη εποχή. Αμφότεροι αντιμετωπίσαμε φοβερές απειλές από την Ανατολή, απειλές που συχνά εμπόδισαν και «παραμόρφωσαν» την κοινωνική και πολιτική μας εξέλιξη. Ακόμα και σήμερα διακρίνει κανείς στους δύο λαούς και τα δύο κράτη τα κατάλοιπα μακραίωνων περιόδων δουλείας που χρειάστηκε να υποστουν ‘Ελληνες και Ρώσοι, όπως διακρίνει κανείς επίσης, σε προνομιακές ιστορικές στιγμές, μια μεγάλη φιλοδοξία και μια πίστη στον ειδικό μας ρόλο. Πίστη που στηρίζει και τροφοδοτεί, όταν τουλάχιστο ξέρουμε να την κρατάμε σε κάποιο εύλογο μέτρο, εκτός από την ανάμνηση του κατ’ εμέ, αν μου επιτρέπετε αυτή την καυχησιά, λαμπρότερου πολιτισμού της ανθρώπινης ιστορίας, του πολιτισμού των Ιώνων, του Περικλή και του Πρωταγόρα, επίσης στηρίζει και τροφοδοτεί η διεκδίκηση της κληρονομιάς μιας μεγάλης Αυτοκρατορίας, που διαφέντεψε επί μία χιλιετία αυτά εδώ τα μέρη. Το Βυζάντιο, ακόμα κι όταν αποδοκιμάστηκε ή χρειάστηκε να κρυφτεί κάτω από τη λάμψη νέων δογμάτων, ερώτων ή παθών, εξακολουθεί και σήμερα να επηρεάζει σημαντικά το υπόβαθρο της κουλτούρας μας και τη μήτρα πολλών από τις συμπεριφορές μας. ‘Οταν πήγα ανταποκριτής στη Μόσχα, θυμάμαι πόση δυσκολία είχα στην αρχή να ερμηνεύσω τα τεκταινόμενα στο Πολιτικό Γραφείο, επί τη βάσει των γνώσεών μου για το κομμουνιστικό κίνημα. Ευτυχώς, αξιόλογοι Ρώσοι φίλοι που κατάλαβαν τη δυσκολία μου, με έστειλαν σύντομα να διαβάσω βυζαντινή ιστορία.

‘Οσο φοβερές κι αν ήταν όμως για τα έθνη μας οι απειλές από την Ανατολή, πολύ πιο περίπλοκες ήταν οι προκλήσεις που έθεσε στις κοινωνίες μας η Δύση, μια Δύση που ήταν μεγάλος δάσκαλος και ακόμα πιο επίφοβος εχθρός, όπως σημειώνει στην εισαγωγή της μνημειώδους Ιστορίας του της Ρωσικής Επανάστασης ο Λέων Τρότσκι. Μήπως δεν ήταν οι δυτικοί Σταυροφόροι που λεηλάτησαν την Κωνσταντινούπολη, πεντακόσια χρόνια ήδη πριν από την απόιβαση του Κολόμβου στην αμερικάνικη ήπειρο; Δύο φορές τους τελευταίους δύο αιώνες οι στρατιές του Ναπολέοντα και του Χίτλερ παρολίγον να γονατίσουν τη Ρωσία, ενώ ακόμα πιο επίφοβη κι από τις στρατιές αυτές απεδείχθη στις μέρες μας η δύναμη των εμπορευμάτων, των ιδεών και του παραδείγματος του δυτικού, ιδίως αμερικάνικου καπιταλισμού. Κρινόμενη με όλους τους αντικειμενικούς δείκτες, οικονομικούς, κοινωνικούς, δημογραφικούς, διεθνούς βάρους, η κρίση των χωρών της πρώην Σοβετικής ‘Ενωσης ξεπέρασε σε βάθος και σφοδρότητα οτιδήποτε γνωρίσαμε στις αναπτυγμένες χώρες από την αρχή της βιομηχανικής εποχής. Η Ρωσία ξεπερνάει τώρα την κρίση της και η μακρά της «ασθένεια», αν μου επιτρέπετε τον όρο, της επιτρέπει ίσως να βρει τώρα μεγαλύτερο δυναμισμό και ζωντάνια από αυτή που διέθετε στην ύστερη σοβιετική περίοδο. Ελπίζω η τόσο απαραίτητη ανάκαμψη του ρωσικού κράτους που ήδη διαπιστώνουμε να επεκταθεί και σε μια κοινωνία που τόσα υπέφερε και τόσο ματαιώθηκε στις διαδοχικές προσδοκίες της, γιατί μνακροχρόνια, αν κάτι απέδειξε η κατάρρευση του «κομμουνισμού», είναι ότι δεν μπορεί τελικά να υπάρξει ισχυρό κράτος σε μια αδύναμη κοινωνία. Ελπίζω επίσης ότι η νέα Ρωσία, που τώρα ανατέλλει, θα νοιώθει την ανάγκη νάναι πιο σοφή, πιο διαλεκτική, λιγότερο ακραία απότι στο παρελθόν, εφευρίσκοντας μια καλύτερη ισορροπία ανάμεσα στο «εγώ» και στο «εμείς», κι από αυτή που διέκρινε ιστορικά τους δεσποτισμούς της κι από αυτή που χαρακτήρισε την απόλυτη παρακμή των φιλοκαπιταλιστών «Νεορώσων», τα είκοσι τελευταία χρόνια.

Οι μακραίωνες δουλείες που υποφέραμε έκανε πιο άγριες τις εξεγέρσεις μας και η ανάγκη να ανταποκριθούμε στις δυτικές προκλήσεις μας υποχρέωσε σε μεγάλες επαναστάσεις. Δεν είχαμε την ευκαιρία του Μέσου Βασιλείου, να μείνουμε χιλιάδες χρόνια απερίσπαστοι υφαίνοντας την τέχνη του κυβερνάν, ούτε την τύχη των ιταλικών πόλεων που, συγκεντρώνοντας αυτή την πρωτοφανή πυκνότητα πνευματικής δύναμης σε συνθήκες ελευθερίας, δημιούργησαν το θαύμα της Αναγέννησης, γέννησαν τον Μακιαβέλλι κι έβαλαν τις βάσεις της νεώτερης εποχής. Η ακρότητα και η εσωτερική διάσπαση αναγκαστικά μας χαρακτήρισαν, καθιστώντας τόσο συχνά αναγκαία την προσφυγή στον αυταρχισμό, τελικό διαιτητή αντιθέσεων και επιρροών που εξέφραζαν μεν τις διαφορετικές μας ανάγκες, αλλά που δεν μπορούσαμε να συνθέσουμε.

Δεν θέλω να συζητήσω τώρα τον ρόλο της Ρωσικής Επανάστασης, που είμαι βέβαιος ότι θα απασχολεί έτσι κι αλλοιώς για αιώνες την ανθρωπότητα. Προσωπικά γέλασα πολύ διαπιστώνοντας τις προάλλες τη λύσσα και την απελπισία με την οποία οι Τάιμς, ενός Λονδίνου που μπορεί να έχασε την Αυτοκρατορία του, όχι όμως και τα χούγια της, σχολίαζαν μια απόφαση ρωσικού δικαστηρίου που χαρακτήριζε πολιτική πράξη την εκτέλεση του Τσάρου. Η αποτίμησή της Επανάστασης δεν είναι θέμα που κρίθηκε, ούτε απαντήθηκαν τα ζητήματα που η ίδια έθεσε. Από μια άποψη η Επανάσταση απομόνωσε τη Ρωσία, από μια άλλη όμως την έβαλε στο κέντρο της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας ιστορίας. Το πιο φιλόδοξο κοινωνικό πείραμα της Ιστορίας απέτυχε, τουλάχιστο συγκρινόμενο με τη μεζούρα που το ίδιο έβαλε στον εαυτό του, αλλά στην πραγματικότητα είναι πολύ πιο περίπλοκα τα κριτήρια της Ιστορίας. Εγώ δεν συμφωνώ με τον μηδενισμό αρκετών σπουδαίων επιτευγμάτων της σοβιετικής περιόδου, παρά το τελικό αδιέξοδο του καθεστώτος αυτού και θεωρώ πολύ μικρές τις δικές μου δυνάμεις για να αποπειραθώ με την ευκολία της άγνοιας και της βλακείας, τις τόσο εύκολες γενικεύσεις που διακρίνουν την εποχή μας, εποχή δικτατορίας όλο και πιο εφήμερων τηλεοπτικών εντυπώσεων.

‘Οσο για μας τους ‘Ελληνες, πραγματοποιήσαμε τους τελευταίους δύο αιώνες τρεις μεγάλες, διεθνούς ακτινοβολίας επαναστάσεις, έστω κι αν δεν θέλουμε πολύ να τις διεκδικήσουμε. Αναφέρομαι στην επανάσταση του 1821, αστραπή στη νύχτα της ευρωπαίκής Ιεράς Συμμαχίας και δεύτερη μεγάλη ευρωπαϊκή επανάσταση μετά τη γαλλική, στην ελληνική εθνική αντίσταση κατά του Χίτλερ, κατά την ταπεινή μου γνώμη τη σημαντικότερη, συγκριτικά με το μέγεθος της χώρας μας στην Ευρώπη, και την επανάσταση της ΕΟΚΑ κατά των ‘Αγγλων το 1955-59, πρωτοπορία του παγκόσμιου αντιαποικιακού αγώνα. Οι επαναστάσεις όμως αυτές δεν μπόρεσαν να ολοκληρωθούν κι έτσι, το σχέδιο του νεώτερου ελληνικού κράτους παρέμεινε αρκετά υποθηκευμένο.

Προσπάθησα με όσα είπα να δείξω τη συγγένεια, παρά τις μεγάλες φαινομενικές διαφορές, των ιστορικών διαδρομών και της γεωπολιτικής θέσης της Ρωσίας και της Ελλάδας, αυτό που ονομάζω κοινό «γεωπολιτικό βίωμα», αν μου επιτρέπετε αυτό τον όρο, ένα «βίωμα» που ενισχύεται και ενισχύει την κοινή θρησκευτική πίστη και διατηρεί ζωντανή την αγάπη των Ελλήνων προς τους Ρώσους. Πως όμως αυτές οι τάσεις αυτές εκδηλώνονται στη σημερινή γεωπολιτική πραγματικότητα?

Ο κόσμος μας «ιδρύθηκε» το 1989, με την κατάρρευση του τείχους του Βερολίνου και, αργότερα, της Σοβιετικής ‘Ενωσης. Δεν ήταν αποτέλεσμα μιας δράσης για την αναμόρφωσή του, μιας δράσης που είχε ως αρχικό της κίνητρο να κάνει τον ‘Ανθρωπο υποκείμενο της ιστορίας του, όπως ο κόσμος που προέκυψε από το 1789 και το 1917, ή ο κόσμος της «φαντασίας στην εξουσία», της γενικευμένης αυτοδιαχείρισης, που ονειρεύτηκαν οι εργάτες και φοιτητές του Παρισιού στα 1968, αλλά μάλλον το αποτέλεσμα της κατάρρευσης διαδοχικών σχεδίων ριζικής αναμόρφωσης. Οικονομικά, ο κόσμος μας συγκροτήθηκε με τον φιλελευθερισμό, τις ιδέες του Χάγιεκ και του Φρήντμαν, την πολιτική του Ρήγκαν και της Θάτσερ, την κυριαρχία δηλαδή της αγοράς επί των κοινωνιών και των κρατών, των Αγγλοαμερικανών και Ισραηλινών επί των υπολοίπων. Πολιτικά, ο Φουκουγιάμα, ο Χάντιγκτον, ο Μπρεζίνσκι διαφέρουν κατά τη διάγνωση, όχι όμως κατά την επιδίωξη, που δεν είναι άλλη από έναν νέο αμερικανικό αιώνα – ορισμένοι τον ονομάζουν αμερικανοεβραϊκό. ‘Ηδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, οι εκθέσεις Τζερεμάια και Βούλφοβιτς για την αναθεώρηση της αμερικανικής στρατηγικής, αναφέρουν ως πρώτο στόχο πολιτικής την αποτροπή ανάδειξης αντίπαλου δέους στην αμερικανική μονοκρατορία. Πρέπει να αποτραπεί επίσης η συμμαχία δύο ή περισσοτέρων από τους υποδεέστερους πόλους του διεθνούς συστήματος, γι’ αυτό και προκάλεσαν τόση αναστάτωση και τόση εχθρότητα στην Ουάσιγκτον, με τα ανοίγματά τους στον Πούτιν, Σιράκ, Σρέντερ, Παπαδόπουλος, Καραμανλής. Το 2001, σε μια συνέντευξη που είχα την ευκαιρία να πάρω από τον πρώην Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του πατρός Μπους, ο Μπρεντ Σκώουκροφτ προσδιόρισε ως εξής το δέον για την αμερικανική πολιτική απέναντι στην Κίνα: «Πρέπει να έχουμε καλύτερες σχέσεις με τη Μόσχα και το Πεκίνο από όσες αυτοί μπορούν να έχουν μεταξύ τους». Διαβάζοντας κανείς την έκθεση CleanBrake που παρήγγειλε το 1996 ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου στους Αμερικανούς νεοσυντηρητικούτς αντιλαμβάνεται με ενάργεια πως οι σημερινοί πόλεμοι στη Μέση Ανατολή δεν σχεδιάστηκαν μόνο για την κατάκτηση και των πετρελαίων της, αλλά ως το προνομιακό εργαλείο εμπέδωσης μιας παγκόσμιας κυριαρχίας, ως ύψιστη αυτοκρατορική άσκηση, σε έναν χώρο που κρίθηκε προνομιακός γι’ αυτό. Αυτό είναι το σχέδιο της Αυτοκρατορίας, όπως οι ίδιοι οι Αμερικανοί θεωρητικοί το ονομάζουν, ήδη από το 2003. Πρόκειται για την Αυτοκρατορία της παγκοσμιοποίησης, μια αυτοκρατορία που δεν μπορεί παρά να εξελιχθεί σε ολοκληρωτική, από την ίδια την έκταση και τη φύση της φιλοδοξίας της.

Αυτό το σχέδιο παρήγαγε τις πολιτικές διεύρυνσης του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής ‘Ενωσης, αυτό το σχέδιο οδήγησε στον ματωβαμμένο κατακερματισμό των Βαλκανίων, στην προσπάθεια να στραφούν οι περιφερειακές πρώην σοβιετικές Δημοκρατίες εναντίον της Ρωσίας. Η Νέα Ευρώπη του Ντόναλντ Ράμσφλεντ επιχειρείται να ενωθεί με τις δυτικές σοβιετικές δημοκρατίες, σε μια ζώνη ημιπροτεκτοράτων, απόλυτης αμερικανικής επιρροής, που θα παρεμβληθεί μεταξύ Γερμανίας και Ρωσίας αποτρέποντας για πάντα την αναβίωση του πνεύματος του Ραππάλο, του άλλου διαχρονικού «εφιάλτη» Οιυάσιγκτον και Λονδίνου. Τα Βαλκάνια κατατεμαχίζονται σε μια ζώνη μη βιώσιμων δουκάτων – προτεκτοράτων, συχνά στα χέρια μαφιών που συνδέονται με ξένες δυνάμεις. Στον νότο, με άξονα τον αγωγό Μπακού – Τσεϊχάν επιχειρείται η οικοδόμηση ενός βέλους επιρροής που ξεκινά από τα Βαλκάνια, προχωρά στη Μαύρη Θάλασσα, τον Καύκασο, την Κασπία για να φτάσει στο κινεζικό Σινγιάνγκ, παρεμβαλλόμενο ανάμεσα στη Ρωσία και τον ισλαμικό κόσμο. Για τον Μπρεζίνσκι, το Ουζμπεκιστάν μοιάζει το ίδιο ζωτικό με την Οκλαχόμα για την Αμερική. Η Αμερική επιχειρεί να στριμώξει τη Ρωσία σε μια βόρεια ζώνη της Ευρασίας, απομονωμένη και δύσκολα υπερασπίσιμη στρατιωτικά, την απειλεί, και μαζί όλους μας, με την αναθεώρηση της δομής ελέγχου των εξοπλισμών που μας κληροδότησε ακόμα κι αυτός ο τρομερός κατά τα άλλα ψυχρός πόλεμος, θεμέλιο της οποίας υπήρξε η συνθήκη ΑΒΜ.

Αυτή η πολιτική όμως έρχεται αναπόφευκτα σε σύγκρουση και με ζωτικά ελληνικά συμφέροντα. Η Ελλάδα είναι από τα παλαιότερα μέλη της Ατλαντικής Συμμαχίας, το μόνο όμως που αντιμετωπίζει πρόβλημα ασφάλειας μάλλον από ένα άλλο μέλος της Συμμαχίας, παρά από τους αντιπάλους της Συμμαχίας. Η ανάδυση της Τουρκίας ως κύριου μεταφορέα ενέργειας από την Ασία στην Ευρώπη δεν είναι προς ώφελός μας. Η δημιουργία μιας ζώνης δουκάτων-προτεκτοράτων στα κατεστραμμένα Βαλκάνια επίσης δεν είναι, γιατί μια τέτοια ζώνη αμερικανοτουρκικής κυριαρχίας από την Αδριατική μέχρι την Κύπρο και το Κουρδιστάν, αναπόφευκτα θα επιδιώξει να αφομοιώσει την Ελλάδα, καταστρέφοντας όποιο υπόλειμμα ανεξαρτησίας, και μαζί κοινωνικών κατακτήσεων και δημοκρατίας, της απομένει. Το αμερικανικό σχεδόν μονοπώλιο στους ελληνικούς εξοπλισμούς καθιστά πολύ δύσκολη, αν όχι αδύνατη την ελληνική άμυνα.

Σε αυτό το στρατηγικό πλαίσιο πρέπει να καταλάβουμε την ελληνορωσική συνεργασία. Ο αγωγός Μπουργκάς-Αλεξανδρούπολη μειώνει την εξάρτηση των ρωσικών εξαγωγών πετρελαίου από τον τουρκικό έλεγχο των Στενών. Ο αγωγός Σάουθ Στρημ απεξαρτά εν μέρει την παροχή ρωσικού αερίου στην Ευρώπη από τα καπρίτσια του Κιέβου και της ‘Αγκυρας και εμπεδώνει τη διμερή σχέση μας. Η ελληνορωσική στρατιωτική συνεργασία είναι επίσης στρατηγικής σημασίας για τις δύο χώρες. Η διπλωματική και πολιτική μας συνεργασία είναι κρίσιμης σημασίας, με δεδομένη τη συμμετοχή της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ, ως γέφυρα κατανόησης σε ταραγμένους καιρούς στην Ευρώπη.

Οι πολιτικές αυτές δεν στρέφονται εναντίον των ΗΠΑ, είναι κατ’ ουσίαν αμυντικές πολιτικές, που προστατεύουν τον ενεργειακό εφοδιασμό της Ευρώπης και τη δυνατότητά μας να συνεχίζουμε την ιστορική μας πορεία, όσο είναι αυτό δυνατόν, ως κάπως ανεξάρτητοι και κυρίαρχοι λαοί. Θα ήταν ίσως και προς το συμφέρον τους, αν οι Βορειοαμερικανοί φίλοι μας καταλάβαιναν τα κίνητρα και τη σημασία αυτής της πολιτικής. ‘Αλλωστε, η παγκόσμια οικονομική κρίση και οι καταστροφές στη Μέση Ανατολή θάπρεπε να γίνουν μαθήματα για όσους τις προκάλεσαν. Οι αναπτυγμένες χώρες, αυτές που κυριάρχησαν στον κόσμο τα τελευταία πεντακόσια χρόνια, πρώτα απ’ όλα οι Ηνωμένες Πολιτείες και τα ευρωπαϊκά κράτη, θα έπρεπε να συνειδητοποιήσουν ότι αντικειμενικά δεν μπορούμε πια να συνεχίσουμε πολύ με τα ένστικτα και την κουλτούρα του Νεάντερταλ, να διαπραγματευθούν τη διάλυση της δικής τους παγκόσμιας κυριαρχίας, προς ώφελος μιας πολύ διαφορετικά οργανωμένης ανθρωπότητας. Ξέρω πόσο ακραία ουτοπικό, απραγματοποίητο μοιάζει ένα τέτοιο σχέδιο, ξέρω όμως επίσης ότι το ανθρώπινο γένος θα δυσκολευτεί πολύ να «βγάλει» ακόμα και τούτο τον αιώνα, με τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει. Δυστυχώς δεν ξέρουμε αν θα συμβεί αυτό. Οι αυτοκρατορίες δύσκολα αυτοπεριορίζονται και συχνά αναζητούν σε νέους τυχοδιωκτισμούς τη λύση των προβλημάτων τους. Ελπίζω να μην γίνει αυτό, αλλά επειδή δεν ξέρουμε τι θα γίνει και επειδή το διεθνές περιβάλλον είναι τόσο επικίνδυνο, γι’ αυτό και η σημασία της ελληνορωσικής στρατηγικής συνεργασίας ξεπερνάει κατά πολύ τα στενά, ειδικά συμφέροντα των δύο χωρών.

Δεν θέλω να κάνω κατάχρηση του χρόνου που οι οργανωτές έθεσαν στη διάθεσή μου, γι’ αυτό και δεν θα αναφερθώ, όπως αρχικά σχεδίαζα, στα εμπόδια που συχνά ματαίωσαν την τόσο επιθυμητή προσέγγιση Ελλάδας και Ρωσίας. Αν μου επιτρέπετε θα κάνω μόνο δύο παρατηρήσεις για το θέμα αυτό. Γενικά μιλώντας, οι σχέσεις αυτές έπεσαν, σε τελική ανάλυση, θύματα δύο κύκλων παγκόσμιας ηγεμονίας, ενός βρετανικού και ενός αμερικανικού. Η σημερινή κρίση της αμερικανικής ηγεμονίας, ενδεχομένως προσφέρει δυνατότητες που δεν ήταν τόσο εύκολες στο παρελθόν. Εντούτοις, δεν υπήρξε κάποιος αυτοματισμός, κάτι αναπόφευκτο στον τρόπο που δεν καταφέραμε, παρά την αμοιβαία αγάπη μας, να συνεννοηθούμε στο παρελθόν. Ούτε οι σχέσεις μας διακρίθηκαν μόνο από περιόδους ευτυχίας, είχαν και τις σκοτεινές πτυχές τους, η μελέτη των οποίων είναι χρήσιμη για να ξέρουμε από που να προφυλαχτούμε και να προστατεύσουμε τις σχέσεις μας στο μέλλον. Γιατί στο παρελθόν, συχνά οι ηγεσίες και στη Μόσχα και στην Αθήνα υποτίμησαν τις σχέσεις και τις υπέταξαν σε συγκυριακούς παράγοντες.

Είναι μεν γεγονός ότι πολύ χάρηκαν στο Λονδίνο με τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, είναι όμως εξίσου γεγονός ότι βρέθηκε ελληνικό χέρι να οργανώσει, δια της δολοφονίας αυτής, την υποταγή μας στην Αγγλία. ‘Εναν αιώνα αργότερα, τι γύρευε ο Ελευθέριος Βενιζέλος όταν έστελνε τους ‘Ελληνες φαντάρους να πολεμήσουν τους Μπολσεβίκους στην Ουκρανία; Ακόμα κι αυτός, δεν μπορούσε, παρά την τόσο πολιτική ιδιοφυία του, να δει μια Ελλάδα πραγματικά ανεξάρτητη. Τη διαχρονική τάση των Ελλήνων πολιτικών να ενεργούν σε όρους εξάρτησης από την α ή β δύναμη, μια τάση που ενεθάρρυνε και το μικρό μέγεθος της χώρας μας, πληρώθηκε συχνά ακριβά, και στη Μικρά Ασία και στην Κύπρο. Δυστυχώς, ούτε ο Βενιζέλος είχε εμπεδώσει την ιδέα του Ρήγα για την ανάγκη της στήριξης στις δικές μας δυνάμεις.

Η ιδέα αυτή όμως δεν γεννήθηκε μόνο για «θεωρητικούς» λόγους «αρχής» στο κεφάλι του Ρήγα. Είναι η συμπύκνωση, το συμπέρασμα από την τραγωδία των Ορλωφικών και του Λάμπρου Κατσώνη, από τις τότε ανεκπλήρωτες προσδοκίες ενός από Μηχανής Θεού, που πήραν τη μορφή του «Ξανθού Γένους». Αν το διαχρονικό λάθος της ελληνικής ιθύνουσας τάξης είναι η αγγλοπληξία και αμερικανοπληξία της, ήταν μείζων σφάλμα των Ελλήνων επαναστατών, και τότε, και στον 20ό αιώνα, να βασίζουν τόσο πολλές προσδοκίες στο τι θα έκανε η Μόσχα κι όχι στο τι οι ίδιοι μπορούσαν να κάνουν. Αλλά και η Μόσχα από την πλευρά της υπέκυψε τότε στον κυνισμό και την αλαζονεία της Μεγάλης Δύναμης, που κυττάει περιφρονητικά τα μικρά έθνη, ως απλά «πιόνια» σε ένα παιχνίδι διεθνών ανταγωνισμών, ανίκανη να αντιληφθεί εν προκειμένω τη μεγάλη αξία της ιδεολογίας ως οργανωτή πολύ βαθύτερων ιστορικών αναγκών. Ούτε και ο Στάλιν κέρδισε τίποτα, συμφωνώντας με τον Τσώρτσιλ, τον Οκτώβρη του 1944, την υπαγωγή του ελληνικού λαού, που τόσο μάτωσε εναντίον του Χίτλερ, στην αγγλική σφαίρα επιρροής, μια συμφωνία που οδήγησε στον εμφύλιο πόλεμο και την καταστροφή της Ελλάδας. Εκτός αν θεωρηθεί κέρδος για την αυτοκρατορία του μια Πολωνία, που την πήρε με το ζόρι, ελπίζοντας ότι θα γίνει το ανάχωμα σε μια επόμενη επίθεση, κι έγινε τελικά το εφαλτήριό της! Σήμερα, κάτω από την ηγεσία του Πούτιν, η Ρωσία θεραπεύτηκε από τις προ είκοσι ετών αυταπάτες της, ότι θα έρθει δηλαδή αυτόματα ο πολιτισμός να αντικαταστήσει την ισχύ στις διεθνείς σχέσεις, αυταπάτες που πλήρωσε πανάκριβα. Αυτό δεν σημαίνει όμως ότι δεν έχασε τον Ψυχρό Πόλεμο, ακριβώς γιατί υποτίμησε βαθιά την ισχύ των ιδεών και αισθημάτων των ανθρώπων.

Τις δυσάρεστες αυτές ιστορικές πραγματικότητες δεν τις θυμίζω εδώ για να υποτιμήσω την αξία της ελληνορωσικής σχέσης, αλλά, αντίθετα, για να υποδείξω παράγοντες που μπορεί να την απειλήσουν, επανεμφανιζόμενοι τυχόν με νέες μορφές. ‘Αλλωστε, οι «σκοτεινές» πλευρές των σχέσεών μας δεν αναιρούν καθόλου την τεράστια αξία της ρωσικής συμβολής στην προετοιμασία της Ελληνικής Επανάστασης ή τους κοινούς δεσμούς που υφάναμε στην περίοδο του μεγάλου αντιφασιστικού αγώνα, ή την αξία της συμπαράστασης της Ρωσίας στο κυπριακό, της σημαντικότερης που είχαμε διεθνώς. Ούτε ήταν και για τη Ρωσία ασήμαντη η θέση που συχνά υιοθέτησε, σε μείζονα διεθνή θέματα, η μικρή Ελλάδα και η μικρή Κύπρος. Αν θυμίζω και μερικές δυσάρεστες ιστορικές πραγματικότητες, το κάνω κυρίως γιατί η ελληνορωσική σχέση παραμένει πολύ εύθραυστη, έχει ισχυρούς εχθρούς, χρειάζεται να την προστατεύσουμε. Ο πειρασμός για τη Μόσχα είναι να υποκύψει στην αλαζονία της οικονομικής σήμερα ισχύος της μεγάλης δύναμης, όπως κάποτε υπέκυψε στην αλαζονία της πολιτικής ή στρατιωτικής της ισχύος, να υποτιμήσει, για διάφορους πρόσκαιρους, συγκυριακούς λόγους, το ιστορικό βάθος της ελληνορωσικής σχέσης. Δεν είναι όμως το μέγεθος που κάνει μια δύναμη Μεγάλη, αλλά η ικανότητά της να χρησιμοποιεί την όποια ισχύ της. Από την άλλη μεριά έχουμε ένα ελληνικό κράτος σε πανθομολογούμενη κρίση, χωρίς στρατηγική και χωρίς μηχανισμούς ανάπτυξης σχέσεων μη εξάρτησης. ‘Εχουμε επίσης έναν πολιτικό κόσμο που συχνά στην ιστορία μας προτίμησε να οργανωθεί πίσω από ξένες δυνάμεις, αντί να προβάλλει το έθνος μας στη διεθνή αρένα. Πρέπει όλα τα ελληνικά κόμματα να συνειδητοποιήσουν την αξία και να προστατεύσουν την ελληνορωσική σχέση και τις σημαντικότατες, αλλά όχι οριστικές προόδους που έκανε τα τελευταία χρόνια, ιδίως στον ενεργειακό και τον αμυντικό τομέα, αναπτύσσοντάς τες επίσης και στον τομέα των ελάχιστα αξιοποιημένων, αλλά με τόσο μεγάλο δυναμικό, ελληνορωσικών πολιτιστικών σχέσεων. Κυρίως όμως είναι ο ισορροπημένος χαρακτήρας της σχέσης, ο ουσιαστικός αμοιβαίος σεβασμός, η βαθιά κατανόηση της ιστορικής σημασίας και του βάθους αυτής της σχέσης, που θα την προιστατεύσουν από κινδύνους και κακοτυχίες.

Κλείνοντας, θέλω και πάλι να ευχαριστήσω τους οργανωτές αυτής της σπουδαίας εκδήλωσης, αλλά και να χρησιμοποιήσω αυτή την ευκαιρία για να εκφράσω την ειλικρινή και μεγάλη εκτίμησή μου στην ενέργεια και το πνεύμα πρωτοβουλίας του Αλεξάντρ Βντόβιν, που τόσο συνέβαλε, από τη θέση του Πρέσβη της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην Ελλάδα στην πρόσφατη και θεαματική ανάπτυξη των ελληνορωσικών σχέσεων. ‘Ηταν μεγάλη τύχη για τις δύο χώρες η παρουσία και η δουλειά του εδώ. Σας ευχαριστώ πολύ.

(*) Ο Δημήτρης Κωντσαντακόπουλος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Διετέλεσε ειδικός συνεργάτης στο Γραφείο του Πρωθιυπουργού Ανδρέα Παπανδ΄ρεου και Διευθυντής του Γραφείου του ΑΠΕ στη Μόσχα. Το κείμενο αυτό είναι η εισήγησή του στο Ελληνορωσικό Φόρουμ που οργανώθηκε στις 8-9.10.2008 στην Αθήνα, με ορισμένες μικρές προσθήκες και τροποποιήσεις.

ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΚΥΠΡΟΥ: ΣΧΟΛΙΑ ΕΥΠΡΟΣΔΕΚΤΑ!

Οι σοβαρές καταγγελίες για έλλειψη χρηστής διοίκησης στο Ινστιτούτου διερευνώνται και από την Γενική Ελεγκτή του κράτους

Νέα, συγκλονιστικά στοιχεία έρχονται στην επιφάνεια για τα όσα παράτυπα και παράνομα έχουν καταγγελθεί για τη λειτουργία του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου. Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες μας, υπάρχουν έγγραφα στα οποία φαίνεται να επιβεβαιώνονται οι αυθαίρετες και επιλεκτικές προσαυξήσεις σε προσωπικό του Ινστιτούτου χωρίς να υπάρχουν εγκεκριμένα σχέδια υπηρεσίας και χωρίς να προκηρυχθούν οι θέσεις, αλλά ούτε υπάρχει και η έγκριση των μισθολογικών αυτών αναβαθμίσεων (από κλίμακες Α2 σε Α8 και από Α13 σε Α16) από το Συμβούλιο των κυβερνητών του Ινστιτούτου. Φαίνεται να υπάρχουν έγγραφα στα οποία έχει δηλωθεί μεγαλύτερος αριθμός προσωπικού από ότι εργάζετο στο Ινστιτούτο με αποτέλεσμα να εξασφαλίζονται μεγαλύτερα κονδύλια στον προϋπολογισμό και για τα οποία δεν υπάρχουν επαρκείς εξηγήσεις. Επίσης, υπάρχουν έγγραφα στα οποία φαίνονται δηλωμένα έξοδα διακίνησης υπηρεσιακού οχήματος, ύψους £500 εβδομαδιαία, χωρίς να δικαιολογούνται. Φαίνονται επίσης εικονικοί προϋπολογισμοί που ποτέ δεν έχουν εγκριθεί από το Συμβούλιο των Κυβερνητών. Η κυβέρνηση, σύμφωνα με χθεσινή ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών, είναι αποφασισμένη να προχωρήσει σε βάθος διερεύνησης και για το σκοπό αυτό από τον περασμένο Φεβρουάριο που ανέλαβε τα καθήκοντά της και ενημερώθηκε για το πρόβλημα προχώρησε άμεσα στη λήψη συγκεκριμένων μέτρων , προβαίνοντας σε μια σειρά από ενέργειες. Οι τεκμηριωμένες και με στοιχεία καταγγελίες που έγιναν από τον Εκπρόσωπο Τύπου του ΑΚΕΛ και βουλευτή του κόμματος Αντρο Κυπριανού στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ευρωπαϊκών Υποθέσεων φαίνεται να έχουν θορυβήσει πολλούς εμπλεκόμενους, αφού αναμένεται σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες μας στην προσεχή συνεδρία της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής να κατατεθούν περισσότερα στοιχεία και να γίνουν συγκεκριμένες και ονομαστικές αναφορές. Στο μεταξύ, από τις 8 Σεπτεμβρίου 2008 το Υπουργείο Εξωτερικών ενημέρωσε με επιστολή του την Γενική Ελέγκτρια της Δημοκρατίας για την ύπαρξη νομικών και καταστατικών προβλημάτων στο Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Κύπρου, αλλά υπήρξε και αλληλογραφία για τις οικονομικές καταστάσεις στο Ινστιτούτο. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, υπάρχει ήδη η εμπλοκή της Ελεγκτικής Υπηρεσίας, η οποία θα κληθεί στη Βουλή να ενημερώσει σχετικά την αρμόδια Επιτροπή . Στη Βουλή αναμένεται να κληθούν και οι ιδιώτες νομικοί σύμβουλοι του Ινστιτούτου, όπως και οι ελεγκτές για να δώσουν εξηγήσεις πως επιτράπηκε η κατάθεση και η έγκριση προϋπολογισμών και ετήσιων λογιστικών εκθέσεων χωρίς την έγκριση του Συμβουλίου Κυβερνητών. Εγείρονται επίσης ερωτήματα γιατί δεν υπήρξαν νομικές συμβουλές έτσι ώστε το Ινστιτούτο να λειτουργεί σύμφωνα με το Καταστατικό και όχι καθ
υπέρβαση εξουσιών. Το Υπουργείο Εξωτερικών αναφέρεται και στην υπουργική απόφαση στις 11 Ιουνίου 2008, όπως κατατεθεί αίτηση στο δικαστήριο ώστε να διοριστεί Προσωρινή Επιτροπή. Αποτέλεσμα, στις 6 Οκτωβρίου να εκδοθεί Διάταγμα δικαστηρίου με το οποίο ορίστηκε Προσωρινή Διοίκηση του Ινστιτούτου, η οποία αποτελείται από τον Υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Κυπριανού, τον Υφυπουργό παρά τω Προέδρω Τίτο Χριστοφίδη και τον Γενικό Διευθυντή του Γραφείου Προγραμματισμού Α. Μολέσκη, για να προβεί σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες, συμπεριλαμβανομένων τροποποιήσεων του καταστατικού. Αρχισαν ήδη οι συζητήσεις και έγιναν προτάσεις για να ετοιμαστεί προσχέδιο νέου καταστατικού, το οποίο θα συζητηθεί στις 18 Δεκεμβρίου 2008. Ο εκπρόσωπος Τύπου του ΔΗΣΥ κ. Τάσος Μητσόπουλος ανέφερε ότι εγείρονται πελώρια ζητήματα που έχουν να κάνουν με τη χρηστή διοίκηση και ζητεί πλήρη διερεύνηση των καταγγελιών που έγιναν. Στα πλαίσια άσκησης του κοινοβουλευτικού ελέγχου η κοινοβουλευτική ομάδα του Δημοκρατικού Συναγερμού ζητά όπως κληθούν στην Επιτροπή Ευρωπαϊκών Υποθέσεων οι πρώην Υπουργοί Εξωτερικών και πολιτικοί προϊστάμενοι του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου. Η Πρωτοβουλία Ελεύθεροι Πολίτες ζητά να υπάρξει αυτεπάγγελτη παρέμβαση της Ελεγκτικής και Νομικής Υπηρεσίας, τονίζοντας ότι και η παραμικρή υποψία για παράνομες ενέργειες σε οργανισμούς που τελούν υπό την εποπτεία του κράτους, δικαίως εξοργίζει τους πολίτες, οι οποίοι αναμένουν τήρηση της νομιμότητας και εκεί που δεν τηρείται, να υπάρξει αυστηρή τιμωρία όσων καταχρώνται της εμπιστοσύνης της πολιτείας.
Γιάννης Μαύρος

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2009

Τι θέλει το ΔΗΚΚΙ στο ΣΥΡΙΖΑ; Απάντηση στους αμφισβητίες

Ανάλυση του Δαμιανού Βασιλειάδη, εκπαιδευτικού, μέλους της Κεντρικής Επιτροπής του ΔΗΚΚΙ και μέλους του ΣΥΡΙΖΑ
Αθήνα, 7.1.2009
Εισαγωγή

Πολλές φορές τίθεται το ανωτέρω ερώτημα από συντρόφους και φίλους του πατριωτικού χώρου, γιατί δεν γίνεται καταληπτό, κατά την άποψή τους, πως ένα δημοκρατικό, πατριωτικό, σοσιαλιστικό Κίνημα, όπως το ΔΗΚΚΙ, συνεργάζεται με δυνάμεις μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ, που όχι μόνο περιφρονούν ό,τι έχει σχέση με την έννοια «έθνος», αλλά θεωρούν ότι τέτοια έννοια στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Γι’ αυτό και οι ελληνική εθνική παράδοση με τις αξίες της και τα πρότυπά της, θεωρούνται παρωχημένες και αναχρονιστικές. Είναι, κατά τη γνώμη τους, μια φαντασιακή κατασκευή, τεχνητό δημιούργημα του κράτους, μετά την γαλλική επανάσταση. Σαν τεχνητή λοιπόν κατασκευή μπορεί να καταργηθεί χωρίς συνέπειες, μιας και δεν έχει αντικειμενική αιτία ύπαρξης.
Επομένως το μόνο που υπάρχει γι’ αυτούς είναι υποτίθεται η ταξική πάλη. Στην ουσία όμως προωθούνται και υλοποιούνται τα πρότυπα μιας παρασιτικής, μεταπρατικής κοινωνίας, που τη χαρακτηρίζει ο παγκοσμιοποιημένος ατομικισμός και καταναλωτισμός με σημαία τον εθνομηδενισμό. Με την έννοια αυτή ουσιαστικά δεν υφίστανται εθνικά θέματα ή θέματα που έχουν σχέση με την εδαφική ακεραιότητα, την εθνική κυριαρχία και ανεξαρτησία της πατρίδας μας. ΄Ολα αυτά είναι με μια λέξη ανοησίες. Βασικά δεν υφίσταται ιμπεριαλισμός, Γιατί ο ιμπεριαλισμός σχετίζεται άμεσα με θέματα εθνικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας και αυτοδιάθεσης των λαών. Δεν συνδέονται τα προβλήματα της ταξικής πάλης με τον αντιϊμπεριαλιστικό αγώνα. Για το λόγο αυτό όποιοι θεωρούν ότι το έθνος προηγείται της δημιουργίας του κράτους, ότι υπάρχει συνέχεια του ελληνικού έθνους, όσοι αναφέρονται στην εθνική μνήμη και γλώσσα, την εθνική ιστορία και παράδοση και όσοι πιστεύουν στη συνέχεια του ελληνικού έθνους και στις αξίες του ελληνισμού και όσοι θέλουν να αυτοπροσδιορίζονται ως πατριώτες είναι απλώς εθνικιστές, σοβινιστές, ρατσιστές και ο κατάλογος των αρνητικών χαρακτηρισμών δεν έχει τέλος.
Πως είναι δυνατόν, αναρωτούνται οι καλόπιστοι και καλοπροαίρετοι φίλοι μας, (μπορεί και οι κακόπιστοι και κακοπροαίρετοι) να μετέχουμε σε ένα τέτοιο εγχείρημα με αυτά τα χαρακτηριστικά και αυτά τα ιδεολογικά και θεωρητικά δεδομένα, με τα οποία όχι μόνο δεν συμφωνούμε, αλλά είμαστε διαμετρικά αντίθετοι;
Είναι ένα βασικό ερώτημα που είμαστε υποχρεωμένοι πειστικά να απαντήσουμε, γιατί αλλιώς μπορεί να μας καταλογίσει κανείς ότι είμαστε είτε αφελείς (αιθεροβάμονες, βλάκες στο πιο λαϊκό), είτε άσχετοι γιατί πιστεύουμε ότι μπορεί κάτι να αλλάξει, είτε διακατεχόμαστε από ιδεολογική σύγχυση, είτε τελικά υπηρετούμε ιδιοτελείς σκοπιμότητες, χωρίς να πιστεύουμε στην ουσία σ’ αυτά που διακηρύττουμε και σ’ αυτά που πράττουμε. Το τελευταίο είναι και το πιο βαρύ, γιατί η ηθική καταδίκη, για την ασυνέπεια λόγων και έργων, είναι η χειρότερη απ’ όλες τις πιθανές κατηγορίες.

Οι απαντήσεις στα κρίσιμα ερωτήματα:

1. Η ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική αυτονομία του ΔΗΚΚΙ.

Το ΔΗΚΚΙ συνεργάζεται στα πλαίσια του ΣΥΡΙΖΑ, διατηρώντας την ιδεολογική, πολιτική και οργανωτική του αυτονομία. Δεν υποστέλλει την πατριωτική του σημαία, ούτε κάνει εκπτώσεις της ιδεολογίας του, που εκφράζεται με το διαλεκτικό σχήμα: πατριωτισμός και διεθνισμός. Δεν συγχέει τις έννοιες πατριωτισμός με τον εθνικισμό, όπως κάνουν αρκετοί, πολλές φορές για να κάνουν επίδειξη διεθνισμού. Δεν μας διακατέχει αυτό το σύμπλεγμα. Και δεν θέλουμε να είμαστε υποκριτές. Διακηρύττει με παρρησία ότι διεθνισμός χωρίς πατριωτισμό και πατριωτισμός χωρίς διεθνισμό είναι αδιανόητο να υπάρξουν. Ο σοσιαλιστικός του προσανατολισμός έχει ως στέρεα βάση του τον δημοκρατικό πατριωτισμό, γιατί, όπως είπε και ο βετεράνος του αγώνα των Κυπρίων Βάσος Λυσσαρίδης πατριωτισμός και σοσιαλισμός είναι δίδυμες έννοιες. Το κοινωνικό συνδέεται άρρηκτα με τον αντιϊμπεριαλιστικό αγώνα και μάλιστα στην Ελλάδα, όπου έχουμε ανοιχτά κοινωνικά προβλήματα στο εσωτερικό και ανοιχτά εθνικά μέτωπα στον διεθνή μας περίγυρο: Κύπρος, Αιγαίο, Θράκη, Μακεδονικό.
Το ΔΗΚΚΙ παλεύει και στα δύο μέτωπα, εκτιμώντας ότι τα προβλήματα στο εσωτερικό έχουν τον χαρακτήρα της ταξικής πάλης ενάντια στο νεοφιλελεύθερο σύστημα εξουσίας και στο εξωτερικό ενάντια στην ιμπεριαλιστή επιβουλή, για την κατοχύρωση της εδαφικής μας ακεραιότητας, της λαϊκής κυριαρχίας και της εθνικής μας ανεξαρτησίας. Πιστεύει ακόμη ότι η διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής στο εσωτερικό, δηλαδή η καταστροφή του εσωτερικού μετώπου, οδηγεί και σε επικίνδυνη υποχώρηση απέναντι στις επεκτατικές βλέψεις των γειτόνων μας.
Το ΔΗΚΚΙ δεν μπορεί να κάνει αφαίρεση ενός από τους δύο παράγοντες και να στηρίξει την ιδεολογική άποψη ότι τα μόνα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία είναι κοινωνικά και ότι συνεπώς δεν
υπάρχουν εθνικά ζητήματα. Δεν αποτελεί διεθνιστική αλληλεγγύη να ταυτιζόμαστε με τον ιμπεριαλισμό.
Πραγματικά θα πρέπει να βρίσκεται κανείς σε απόλυτη ιδεολογική σύγχυση ή να υπηρετεί στην πράξη τα ιμπεριαλιστικά σχέδια της Νέας Τάξης, μη αναγνωρίζοντας τους υπαρκτούς εξωτερικούς κινδύνους.
Η Ελλάδα δεν ζει στο κενό ούτε σε άλλη περιοχή της υφηλίου, όπου πιθανόν να μην υπάρχουν εθνικά προβλήματα ή να μην υπάρχουν σ’ αυτή την ένταση, όπως συμβαίνει στην περιοχή μας. Δυστυχώς από την σύσταση του ελληνικού κράτους έχουμε να αντιμετωπίσουμε προβλήματα με τους γείτονές μας και τους «άσπονδους φίλους μας», που τους προστατεύουν και τους υποστηρίζουν στις επεκτατικές τους στρατηγικές. Η επιβουλή αυτή είναι ορατή και πραγματική και δεν αποτελεί αποκύημα επιστημονικής φαντασίας. Το βιώνουμε εξάλλου καθημερινά με τις συνεχείς προκλήσεις από τους γείτονές μας. Δεν αποτελεί διεθνιστική αλληλεγγύη να τα ταυτιζόμαστε με τον ιμπεριαλισμό.

2. Η ενότητα της Αριστεράς

Το ΔΗΚΚΙ σε όλα του τα συνέδρια από την ίδρυσή του και σε όλες τις κεντρικές επιτροπές του διακήρυττε και εργάζονταν υπέρ της ενότητας της Αριστεράς. Μάλιστα η κύρια διαφωνία του με τον πρώην αρχηγό του Δημήτρη Τσοβόλα ήταν στο κυρίαρχο αυτό θέμα. Ενώ ο κ. Τσοβόλας χρησιμοποιούσε την ενότητα της Αριστεράς ως πρόσχημα για να παίζει τα μικροπολιτικά του παιχνίδια, χωρίς στην ουσία να θέλει την ενότητα, η πλειοψηφία του ΔΗΚΚΙ και της Κεντρικής του Επιτροπής ήταν για την πραγματική ενότητα και την υλοποίησή της. ΄Οταν η Κεντρική Επιτροπή του ΔΗΚΚΙ απεφάσισε με την συντριπτική της πλειοψηφία να βάλει επιτέλους σε εφαρμογή την διακηρυγμένη αρχή της ενότητας της Αριστεράς και στην πράξη, τότε ο κ. Τσοβόλας παραιτήθηκε, γιατί διαπίστωσε ότι είχε χάσει την πλειοψηφία και δεν μπορούσε πια με τεχνάσματα και μικροπολιτικές σκοπιμότητες να καθορίζει την πολιτική του ΔΗΚΚΙ κατά το δοκούν. Τελικά φάνηκε και ο ανέντιμός του ρόλος, με την προσπάθεια να συμμαχήσει με το ΠΑΣΟΚ, προδίδοντας ο ίδιος τις αρχές, για τις οποίες υποτίθεται αγωνίζονταν.
Το ΔΗΚΚΙ φιλοδοξεί μέσα στο πλαίσιο αυτής της ενότητας να συντελέσει, ώστε να δημιουργηθεί στα πρότυπα του ΕΑΜ και της ΕΔΑ ένα καινούργιο μέτωπο πάνω σ’ ένα πολιτικό πρόγραμμα, στο οποίο θα συμφωνήσουν όλοι. Οι ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές θα αποτελούν αντικείμενο ενός ειλικρινούς διαλόγου και μιας ανοιχτής και δημοκρατικής ιδεολογικοπολιτικής αντιπαράθεσης, για να προκύψει στο μέλλον, αν προκύψει και μια ιδεολογική προσέγγιση. Δεν μας φοβίζει η ιδεολογικοπολιτική αντιπαράθεση. Θεωρούμε απεναντίας ότι είναι απαραίτητη τόσο η κριτική όσο και η αυτοκριτική για να υπάρχει εξέλιξη. Δεν είμαστε θιασώτες της δογματικής θέσης της μίας και μόνης αλήθειας. Ούτε της άποψης ότι τίποτε δεν μπορεί να αλλάξει την αντιπατριωτική ιδεολογία στις γραμμές του ΣΥΡΙΖΑ, όπως μας κατηγορούν οι φίλοι μας και συνεπώς ο αγώνας μας εκεί μέσα είναι μάταιος.
Ο Λένιν είχε πει κάποτε: Μαζί χτυπάμε και χώρια βαδίζουμε! Μια τέτοια μεθοδολογία θέλουμε να ακολουθήσουμε, προσπαθώντας και μαζί να βαδίσουμε. Δεν είμαστε δογματικά της άποψης ότι χώρια χτυπάμε και χώρια βαδίζουμε, γιατί αυτό αποδυναμώνει την αποτελεσματικότητα της παρέμβασης στο κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι. Αντιθέτως πορευόμαστε μαζί εκεί που συμφωνούμε, ενώ στα θέματα ιδεολογίας διατηρούμε την ιδιοπροσωπία μας και τα πατριωτικά μας χαρακτηριστικά, τα οποία δεν απεμπολούμε. Αυτό σημαίνει δημοκρατία και σεβασμός στην διαφορετικότητα. Δεν είμαστε ούτε δογματικοί ούτε μονολιθικοί και πιστεύουμε πως ο διάλογος και η αντιπαράθεση σε ιδεολογικά και πολιτικά θέματα είναι δείγμα υγιές, γιατί προάγει την θετική εξέλιξη. Μα κατηγορούν ότι δεν μπορούμε να συνυπάρξουμε. Είναι όντως ένα δύσκολο εγχείρημα, που αν πετύχει θα συμβάλει ως παράδειγμα προς μίμηση στο Λαϊκό Κίνημα. Δεν διστάζουμε να το αποτολμήσουμε. Αυτό δεν σημαίνει ότι συμβιβαζόμαστε σε θέματα οραμάτων, αρχών και αξιών, που τις εμπνέει ο δημοκρατικός, πατριωτικός σοσιαλισμός, που αποτελεί την προοπτική μας. Είναι όντως δύσκολο να κατανοήσει κανείς ένα τέτοιο εγχείρημα.
Θέλουμε να πείσουμε ότι η Αριστερά τότε μεγαλούργησε στην Ελλάδα, όταν συνδύαζε το κοινωνικό με το πατριωτικό, όπως το βιώσαμε με το ΕΑΜ και με την ΕΔΑ. Γιατί και τα δύο αυτά κινήματα που αποτελούν την αριστερή παρακαταθήκη στην Ελλάδα είχαν αυτά τα χαρακτηριστικά. ΄Οταν τα απώλεσαν, όπως αυτό έγινε στον εμφύλιο, τότε επήλθε η καταστροφή. Και αν δεν τα συνθέσουν και τώρα ο αγώνας του ΣΥΡΙΖΑ θα είναι αδιέξοδος. Γνωρίζουμε ακόμη ότι πολλοί που διακατέχονται από ιδεολογική σύγχυση και δογματισμό αμφισβητούν αυτά τα κινήματα. Πεποίθηση μας είναι απεναντίας η άποψη ότι δεν πρόκειται η Αριστερά να γίνει πλειοψηφικό ρεύμα στην ελληνική κοινωνία, αν δεν έχει κοινωνικά, αλλά και πατριωτικά χαρακτηριστικά. Γι’ αυτό το τονίζουμε με έμφαση και υπερβολή για να γίνει συνείδηση: Η Αριστερά ή θα είναι πατριωτική ή δεν θα υπάρξει! Και αν υπάρξει, τότε θα μένει στο περιθώριο, για να αποτελεί άλλοθι του καπιταλιστικού συστήματος, με μια νοοτροπία γκρουπούσκουλου. Αυτό απέδειξε η ιστορική εμπειρία παντού και στην Ελλάδα ιδιαίτερα. Θα πρέπει τελικά να γίνει συνείδηση ότι η Αριστερά στην Ελλάδα είναι και παραμένει εαμογενής. ΄Οποιος το αγνοεί αυτό είναι εκτός ελληνικής πραγματικότητας. Αυτό δεν αλλάζει, γιατί οι ρίζες είναι βαθιές. Και όσο κι αν θέλουν οι ψευτο - εκσυγχρονιστές και οι ψευτο - ανανεωτές τη «Αριστεράς» να το αμφισβητήσουν, τόσο αυτό θα ριζώνει στη συνείδηση του ελληνικού λαού.

3. Η συσπείρωση των αριστερών - πατριωτικών δυνάμεων

Μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ και κυρίως στη βάση του, αλλά διάσπαρτα, κάπου δυναμωμένες και δυναμικές, κάπου αδύναμες και αναιμικές, υπάρχουν πατριωτικές δυνάμεις, που διαπνέονται από την ίδια αντίληψη στα θέματα του πατριωτισμού και της ιμπεριαλιστικής πάλης, όπως οι σύντροφοι του ΔΗΚΚΙ.
Θα ήταν πολύ απογοητευτικό το γεγονός, αν δεν υπήρχαν τέτοιες δυνάμεις στις γραμμές του και αν όλοι ήταν «εθνομηδενιστές», με την έννοια που αναλύθηκε στην αρχή. Όμως αριστεροί πατριώτες βρίσκονται και εκτός του ΣΥΡΙΖΑ, απογοητευμένοι και εξοργισμένοι από τους πολιτικούς φορείς και τις οργανώσεις του ΣΥΡΙΖΑ, που ακολουθούν αυτή την εθνοαποδομητική πολιτική, που έχει κοσμοπολίτικα και νεοφιλελεύθερα πρότυπα και για το λόγο αυτό είτε εγκατέλειψαν τις γραμμές τους, είτε δεν θέλουν καν να ακούσουν για τους φορείς αυτούς, τους οποίους εντάσσουν κατά την άποψή τους στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης και της Νέας Τάξης, θεωρώντας τους στην πράξη συνοδοιπόρους του ιμπεριαλισμού.
Η φιλοδοξία του ΔΗΚΚΙ είναι προς δύο κατευθύνσεις, όσον αφορά αυτή την κατηγορία. Πρώτον να συσπειρώσει όλες τις πατριωτικές δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ, σε όλη την κλίμακα της ιεραρχίας και κυρίως στη βάση, διεξάγοντας μία σκληρή, ειλικρινή και συντροφική ιδεολογικοπολιτική αντιπαράθεση μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ και προσπαθώντας με πειθώ στα πλαίσια σκληρού διαλόγου, να απομονώσει την εθνομηδενιστική άποψη και να ενδυναμώσει από την άλλη την πατριωτική.
Θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς στις απόψεις μας και στους στόχους που θέτουμε. Το τονίζουμε με παρρησία, για να μην υπάρχει κανείς ανυποψίαστος.
Δεύτερον να συσπειρώσει στις δικές του γραμμές, όχι απαραίτητα κομματικά, αλλά κυρίως σε ένα κοινό μέτωπο, όλες τις πατριωτικές αριστερές δυνάμεις, που δεν εκφράζονται πια από τις άλλες συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ, παρά μόνο από το ΔΗΚΚΙ. Αυτή η προσπάθεια είχε ως τώρα θετικά αποτελέσματα. Διαπιστώνουμε καθημερινά ότι συσπειρώνονται αριστερές - πατριωτικές δυνάμεις και μέσα και έξω από το ΔΗΚΚΙ, αποκτώντας την εμπιστοσύνη τους με την συνέπεια και την υπεράσπιση χωρίς εκπτώσεις, των κοινών μας ιδεολογικοπολιτικών θέσεων. ΄Ετσι εξασφαλίζουμε μια δυναμική που ενισχύει το μέτωπο του ΣΥΡΙΖΑ προς τη σωστή κατεύθυνση.

4. Το ΔΗΚΚΙ ως πατριωτικός σοσιαλιστικός πόλος

Το ΔΗΚΚΙ, έχοντας ως ιδεολογική προμετωπίδα την δημοκρατική, πατριωτική, σοσιαλιστική προοπτική είναι σε θέση να συσπειρώσει με τη δυναμική που αναπτύσσει και να διεμβολήσει πατριωτικές δυνάμεις που έχουν εγκλωβιστεί στα πλαίσια του ΠΑΣΟΚ κυρίως, αλλά και διάσπαρτα και σε άλλους χώρους. Καθότι αποτελεί σήμερα την μόνη συνεπή πατριωτική σοσιαλιστική δύναμη στην Ελλάδα, έχει τη δυνατότητα να επιτελέσει αυτόν τον ρόλο. Τα στελέχη του προέρχονται όλα σχεδόν χωρίς εξαίρεση από το χώρο της καθημερινής βιοπάλης, μετέχοντας στους λαϊκούς αγώνες ενάντια στους δύο πυλώνες του νεοφιλελεύθερου δικομματισμού στην Ελλάδα και στην επιβουλή της εδαφικής μας ακεραιότητας και εθνικής ανεξαρτησίας από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και τους συμμάχους τους.
Προϋπόθεση να πείσουμε και εντός και εκτός του ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή μέσα στην ελληνική κοινωνία, ότι αποτελούμε την πατριωτική - σοσιαλιστική συνιστώσα του ΣΥΡΙΖΑ και της προοπτικής της οικοδόμησης ενός πραγματικού Κινήματος που θα έχει τα χαρακτηριστικά του ΕΑΜ και της ΕΔΑ, ως ιστορικά παραδείγματα με διαφορετικές ιδεολογικές καταβολές, που αγωνίστηκαν με αυταπάρνηση και αφοσίωση για τα ιδανικά της πατρίδας και του σοσιαλισμού. Ο Τσε Γκεβάρα τον οποίο έχουν ίνδαλμα όλοι ανεξαιρέτως οι πραγματικοί αριστεροί, είχε τονίσει σε ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα του προς τον Κάστρο το 1967, ως συντροφικό ασπασμό: «Πατρίδα ή θάνατος!».
Μια τέτοια προοπτική θα συσπειρώσει όλες τις αριστερές - πατριωτικές δυνάμεις της πατρίδας μας και τότε και μόνο τότε θα μπορέσει να δημιουργηθεί ένα πλειοψηφικό ρεύμα που θα σαρώσει την αντίδραση και θα αλλάξει τις δομές της κοινωνίας προς μια δημοκρατική - σοσιαλιστική κατεύθυνση, για να βρει επιτέλους ο χιλιοπροδομένος ελληνικός λαός τη λύτρωσή του.
Το ΔΗΚΚΙ, παρ’ όλες τις πιέσεις και τις αμφιβολίες, τους προβληματισμούς και τις κατηγορίες και προ πάντων ότι στον ΣΥΡΙΖΑ είναι αδύνατον να αλλάξουμε τα πράγματα προς μια άλλη πορεία που να έχει τα πατριωτικά χαρακτηριστικά, έχει εκφράσει μέσα από σκληρό διάλογο στις γραμμές του, ότι θέλει να πετύχει αυτό το στόχο και αυτό το εγχείρημα που λέγεται ΣΥΡΙΖΑ. Αν το ίδιο κατανοήσουν και οι άλλες δυνάμεις, τότε το μέλλον για το Λαϊκό Κίνημα προεικάζεται και προδικάζεται ευοίωνο.
Ένα όμως είναι δεδομένο: Το ΔΗΚΚΙ δεν θα προδώσει ποτέ τα σοσιαλιστικά οράματα και τις αρχές του, για οποιεσδήποτε σκοπιμότητες, που θα αλλοίωναν τα ιδεολογικά του χαρακτηριστικά.
Πιστεύουμε ότι η παρακαταθήκη που έχουμε από τα δύο μεγάλα πρόσφατα αριστερά κινήματα ΕΑΜ και ΕΔΑ μας δείχνουν το δρόμο που πρέπει να χαράξουμε και το πρότυπο που πρέπει να ακολουθήσουμε, αν θέλουμε να πετύχουμε στο τέλος της πορείας τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας μας. Θεωρητικά πρότυπα που οδήγησαν το σοσιαλιστικό κίνημα στην καταστροφή δεν είμαστε διατεθειμένοι να ακολουθήσουμε. ΄Εχουμε το δικό μας παράδειγμα: Το ΕΑΜ και την ΕΔΑ και κατά την άποψή μου, το ΠΑΣΟΚ της διακήρυξης της 3ης του Σεπτέμβρη, πριν από την μετάλλαξή του.
Δεν πρέπει ποτέ να εγκαταλείπει κανείς το όραμα, γιατί χωρίς οράματα, αρχές και αξίες δεν πάει μπροστά η ελληνική κοινωνία. Και αυτά τα οράματα, αρχές και αξίες μας τις δίδαξε και τις εγχάραξε στη συνείδησή μας η ελληνική ιστορία και παράδοση.

Η κρίση της νεολαίας και η ερμηνεία της

Ανάλυση του Δαμιανού Βασιλειάδη, εκπαιδευτικού, μέλους της Κεντρικής Επιτροπής του ΔΗΚΚΙ και μέλους του ΣΥΡΙΖΑ Αθήνα, 25.1.09

Τώρα που καταλάγιασε κατά κάποιον τρόπο ο κουρνιαχτός της κινητοποίησης της νεολαίας και μας δίνεται η αναγκαία χρονική απόσταση από τα γεγονότα, η κατά προσέγγιση αντικειμενική αποτίμηση του φαινομένου αυτού ίσως είναι πιο εύκολη, βάζοντας μπροστά τη λογική και την ανεπηρέαστη από λαϊκισμούς και αριστερισμούς κριτική σκέψη.
Τρία είναι τα επίπεδα της αναλυτικής έρευνας για να είναι έγκυρη.
1. Η αυστηρή καταγραφή των γεγονότων, πέρα από καταγγελίες, δαιμονοποιήσεις, εκθειασμούς, εξιδανικεύσεις και μυθοποιήσεις.
2. Η ερμηνεία του φαινομένου βάσει των πραγματικών δεδομένων.
3. Τα συμπεράσματα που πρέπει να εξαχθούν για τη σημασία του.
Έτυχε λόγω εργασίας να είμαι αυτόπτης μάρτυς των γεγονότων που διαδραματίστηκαν στην περιφέρεια του Πολυτεχνείου και να μετέχω και σε όλες σχεδόν τις διαδηλώσεις και σε συγκεκριμένα γεγονότα που συνέβησαν κατά τη διάρκεια των πορειών. (Δεν αναφέρομαι στα έκτροπα. Κάνω αφαίρεση αυτών των συμβάντων για να επικεντρωθώ μόνο στο γεγονός της κινητοποίησης της νεολαίας και της ερμηνείας της).
Με τον τρόπο αυτό έχω άμεση εμπειρία για να καταγράψω τις διαπιστώσεις και να κάνω μια αντικειμενική διάγνωση. Και η διάγνωση αυτή με οδηγεί στη διαπίστωση ότι το μόνο κυρίαρχο σύνθημα που επικράτησε κατά την διάρκεια του ξεσπάσματος της νεολαίας ήταν: «Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι!». (Οι τελευταίοι βέβαια είναι παιδιά των λαϊκών στρωμάτων. Ας μην το ξεχνούμε). Επίσης το κυρίαρχο σύνθημα που αναγράφηκε και ακόμη υπάρχει προς ανάγνωση στα νεοκλασικά κτίρια της Πανεπιστημίου και αλλού είναι το ίδιο.
Δεν ακούστηκε κανένα άλλο σύνθημα, αν συγκρίνουμε το σύνθημα αυτό με τα συνθήματα και αιτήματα της νεολαίας άλλων περιόδων, όπως το 1.1.4. της προχουντικής περιόδου και των αιτημάτων της εξέγερσης του Πολυτεχνείου το 73 με τα κυρίαρχα συνθήματα: «ψωμί, παιδεία, ελευθερία, έξω η Αμερικάνοι, έξω το ΝΑΤΟ, εθνική ανεξαρτησία κ.λπ. Και τίθεται στην περίπτωση αυτή το ερώτημα: Πώς πρέπει να ερμηνεύσουμε και χαρακτηρίσουμε το αυθόρμητο αυτό ξέσπασμα της νεολαίας; (Στην περίπτωση αυτή δεν θα ασχοληθώ με το θέμα: Ποιοι, πως και για ποιες σκοπιμότητες το εκμεταλλεύτηκαν ή το χρησιμοποίησαν!).
Μένουμε μόνο στο καθαυτό ξέσπασμα της νεολαίας, που πραγματικά ήταν αυθόρμητο. Εδώ δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία.
Κατά την δική μου άποψη η ερμηνεία που δίνω είναι : Κρίση της κοινωνίας συνολικά, η οποία τελικά άγγιξε και την νεολαία. Πρόκειται βασικά για ένα άκρως ανησυχητικό φαινόμενο, όταν μολύνεται πια και η άδολη ψυχή της νεολαίας από τις αμαρτίες ενός συστήματος και μιας κοινωνίας που από την μεταπολίτευση και μετά βρίσκεται σε προϊούσα και σταδιακή αποσύνθεση όλων των παραδοσιακών αξιών και προτύπων. Ένας μετά τον άλλο όλοι οι θεσμοί αυτής της παρασιτικής και αλλοτριωμένης κοινωνίας, όπως πολιτική, εκκλησία, δικαιοσύνη, παιδεία κ.λπ. Τα πάντα έχουν εξευτελιστεί και απαξιωθεί. Μιλάμε για μια κοινωνία της καταναλωτικής αποκτήνωσης και της αποδόμησης και αποσάθρωσης όλου του αξιακού συστήματος. Οι παραδοσιακές αξίες του έθνους ρέπουν προς την ισοπέδωση και τον μηδενισμό. Πουθενά δεν φαίνεται προοπτική, πουθενά δεν υπάρχει όραμα.
Φυσικά και η νεολαία ως ευαίσθητος αποδέκτης αυτής της ανυπαρξίας
ενός συστήματος αξιών, που θα τις έδινε νόημα και περιεχόμενο επιδίδεται στην τυφλή βία. Το αφουγκράζομαι κι έχω κατανόηση. ΄Όμως ως εδώ. Μου έκανε αλγεινή εντύπωση και μου δημιούργησε αίσθημα απελπισίας για το μέλλον αυτής της νεολαίας, όταν διάβασα στις σκάλες της εθνικής βιβλιοθήκης: «Κάψτε τα πνευματικά κελιά!» εννοώντας προφανώς τις βιβλιοθήκες και τα πνευματικά ιδρύματα.
Ένα μέρος της νεολαίας, μικρό ή μεγάλο δεν έχει σημασία, δεν έχει όνειρα, δεν έχει οράματα, δεν έχει ιδανικά, δεν έχει αρχές και αξίες, γιατί κάποιος έπρεπε να τους τα δώσει, να τους τα διδάξει, κάποιος έπρεπε να τους διαπαιδαγωγήσει, κάποιος να είναι πρότυπο και παράδειγμα. Και αυτός ο κάποιος, ο υπεύθυνος, δεν υπάρχει: Ούτε οι γονείς, ούτε οι δάσκαλοι, ούτε η «συντεταγμένη» πολιτεία, ούτε τα κόμματα, ούτε τα πνευματικά ιδρύματα, στο σύνολό τους. Αυτή είναι η πικρή αλήθεια. Η πλήρης γύμνια μιας κοινωνίας από οράματα, αρχές, αξίες και ιδανικά που χτίζουν την κοινωνική συνοχή και τις συνέπειες της φυσικά υφίσταται και η νεολαία. Απλώς η νεολαία δεν έχει διαφθαρεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην μπορεί να αντιδρά, έστω και με τυφλό τρόπο και αυθόρμητα, που σημαίνει με πλήρη απαξίωση των πάντων, με την τυφλή αντίδραση. Γι’ αυτό και το μόνο κυρίαρχο σύνθημα ήταν: «Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι!».
Και στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονίσουμε την ευθύνη της «Αριστεράς», γιατί ποιος και με ποια κριτήρια προσδιορίζει ποιος είναι αριστερός ή όχι; Αυτή λοιπόν η «Αριστερά» δεν έχει να δώσει κανένα όραμα, καμία ελπίδα και καμία προοπτική στην νεολαία, γιατί ή ίδια βρίσκεται εντός της κρίσης. Δεν μιλούμε φυσικά για εξαιρέσεις. Γι’ αυτό προσβλέπει με αγωνία στη νεολαία, μήπως αυτή της μεταλαμπαδεύσει κάτι που η ίδια δεν διαθέτει. Έτσι καταφεύγει στην μυθοποίησή της, την εξιδανίκευση και την αποθέωσή της. Όλοι προσπαθούν να τη χρησιμοποιήσουν ως άλλοθι για να καλύψουν τις δικές τους χρόνιες ανεπάρκειες.
Χρειάζεται γι’ αυτό μια θαρραλέα αυτοκριτική, μήπως και υπάρξει διέξοδος από την γενικότερη κρίση, για να μπορεί να δοθεί διέξοδος και στην κρίση της νεολαίας. Το μαχαίρι έφτασε έως το μεδούλι. Και το μεδούλι της κοινωνίας είναι τα νιάτα της. Ένδειξη κάποιας θετικής εξέλιξης θα έβλεπα, αν π.χ. η μαθητιώσα και σπουδάζουσα νεολαία δεν έκανε καταλήψεις, αλλά υποδειγματικό μάθημα, αν δεν καταντούσε τα πανεπιστήμια αχούρια, αν πήγαινε να διαμαρτυρηθεί στα ιδιωτικά σχολεία και φροντιστήρια, για να καταργηθούν και φρόντιζε συνάμα να λειτουργήσει άψογα η δημόσια εκπαίδευση. Ενώ με τις ενέργειές της κάνει το εντελώς αντίθετο. Απαξιεί την δημόσια εκπαίδευση και ενισχύει στην πράξη την ιδιωτική. Αυτήν δηλαδή που υποτίθεται θέλει να καταπολεμήσει, ενισχύοντας αντικειμενικά (και όχι από πρόθεση) το σύστημα. Η συνέχιση της συμμετοχής και στήριξης του αυθόρμητου «ιστορικού ξεσπάσματος της εξέγερσης», όπως αποκαλείται από κάποιους το νεανικό ξέσπασμα, δεν έχει νόημα. Μ’ ένα λόγο: Η ελληνική κοινωνία μετά την μεταπολίτευση και ύστερα από μια ίσως μικρή αναλαμπή, βρίσκεται σε συνεχή παρακμιακή πορεία, όπου οι συντηρητικές της δυνάμεις κατέστρεψαν τις παραδοσιακές αξίες, των οποίων υποτίθεται υποκριτικά ήταν θεματοφύλακες και οι κατά πρόθεση προοδευτικές (όχι αναγκαστικά κατ’ απόδειξη) δεν κατάφεραν να οικοδομήσουν καινούργιες στη θέση των παλαιών, για να εμπνεύσουν και τη νεολαία. Και όσο οι δεύτερες πιστεύουν ότι στραβός είναι ο γιαλός....θα αιωρούμεθα στο κενό της κρίσης. Και καινούργιες, δημιουργικές δυνάμεις δεν φαίνονται στον κοινωνικό ορίζοντα ακόμη. Ωστόσο πιστεύω ότι θα υπάρξουν δυνάμεις που τελικά θα αντιστρέψουν το κλίμα και θα δημιουργήσουν διέξοδο και προοπτική, με βάση τον ελληνικό πολιτισμό. Το οσφραίνομαι. Όμως υπό έναν όρο: Θα κυριαρχήσει το γνώθι σαυτόν!, που το είπαν οι αρχαίοι ημών πρόγονοι για τους Έλληνες. Η επίκληση αυτή των αρχαίων ημών προγόνων δε συνιστά εθνικισμό!!! Ο νοών νοείτο! και ο ορθά φρονών, φρονήτω!

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2008

ΟΙ ΔΗΜΟΣΚΟΠΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΤΟΥ 2008

ΠΛΗΡΗΣ ΑΝΑΛΥΣΗ ΟΛΩΝ







Παρουσιάζουμε σήμερα όλες τις δημοσκοπήσεις του τέλους του 2008, καθώς και την μετά-ανάλυση, με βάση όλες τις δημοσιευθείσες τον Δεκέμβριο 2008 δημοσκοπήσεις με τα ποσοστά συσπειρώσεων μετακινήσεων. Τα παρουσιαζόμενα τρία σενάρια έχουν ιδιαίτερη σημασία για τις επόμενες πολιτικές κινήσεις των κομμάτων, καθόσον στις επόμενες εκλογές δεν φαίνεται το ΠΑΣΟΚ, ως πρώτο κόμμα, να αποκτά αυτοδυναμία. Σημειώνεται ότι για την κατάκτηση της αυτοδυναμίας του 1ου κόμματος απαιτούνται 42% στις πρώτες εκλογές με τον Ν. Σκανδαλίδη και 40% σε επαναληπτικές με το Ν.Παυλόπουλου, όταν και στις δύο περιπτώσεις οι ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ υπερβούν το 3%. Στη περίπτωση που οι ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ μείνουν εκτός Βουλής απαιτούνται αντίστοιχα 41% και 39%.
Στον Πίνακα Ι εμφανίζονται αναλυτικά οι 10 δημοσκοπήσεις του Δεκεμβρίου 2008, με τον μέσο όρο τους, μετά τις αναγωγές επί των εγκύρων.
Στην συνέχεια εμφανίζονται οι μέσοι όροι των ποσοστών των κομμάτων τον 12ο , 11ο και 10ο μήνα του 2008, καθώς και οι έδρες που κατακτούν βάση του μέσου όρου του Δεκεμβρίου 2008.
Στους Πίνακες ΙΙ,ΙΙΙ,ΙV εμφανίζονται αντίστοιχα βάση των δημοσκοπήσεων οι αναμενόμενες κατανομές : α) των νέων ψηφοφόρων, β) των νέων εγκύρων από τα παλαιά άκυρα-λευκά του 2007 και γ) των νέων εγκύρων από την παλαιά αποχή.
Στους Πίνακες Α(Α1,Α2,Α3), Β (Β1,Β2,Β3) και Γ(Γ1,Γ2,Γ3) εμφανίζεται αντιστοίχως η ανάλυση : 1) των ποσοστών προσέλευσης ανά κόμμα των εγκύρων του 2007, που αναμένεται και το 2009 να ψηφίσουν έγκυρο. 2) των αναμενόμενων ποσοστών συσπειρώσεων – μετακινήσεων των έγκυρων του 2007 που αναμένεται να ψηφίσουν έγκυρο και το 2009 , και 3) οι αναμενόμενες αναλυτικές κατανομές ψήφων ανά κόμμα. Ξεχωριστά : στους πίνακες Α απεικονίζεται η εικόνα του μέσου όρου των δημοσκοπήσεων του Δεκεμβρίου 2008, στους πίνακες Β το σενάριο με σχετική επανασυσπείρωση της ΝΔ και στους πίνακες Γ το σενάριο με μεγάλη επανασυσπείρωση της ΝΔ και μεγίστη του ΠΑΣΟΚ, προς εξεύρεση και μόνο των άνω ορίων των δύο μεγάλων κομμάτων.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ:

1. Η ΝΔ αντιμετωπίζει την μεγαλύτερη κρίση της από την εποχή της Μεταπολίτευσης. Η αποσυσπείρωση της είναι μεγάλη και κυρίως οι παλαιοί ψηφοφόροι της κατευθύνονται στο άκυρο – λευκό – αποχή και λιγότερο προς διαρροές της σε άλλα κόμματα. Το 57% των άκυρων – λευκών – αποχής και αναποφάσιστων, που συνολικά είναι 14% περίπου, δηλαδή το 8% του εκλογικού σώματος προέρχεται από αυτήν. Επειδή όμως περίπου το 7% εκ του 14% συνολικά και το 5 από το 8% της ΝΔ δηλώνει ότι κατευθύνεται στην αποχή ή την μη έγκυρη ψήφο, παρουσιάζεται πολύ δύσκολη η επανασυσπείρωση της. Έχει χάσει οριστικά την παράσταση νίκης και το καλό της χαρτί, δηλαδή ο Κ. Καραμανλής προηγείται πλέον πολύ λιγότερο του Γ.Παπανδρέου. Τα περιθώρια σχετικής επανασυσπείρωσης της δείχνουν ότι από το 32,5%, που καταγράφει τώρα, μπορεί να φθάσει το 34,50% ή σε ιδανική περίπτωση το 36,0%.
2. Το ΠΑΣΟΚ έφθασε το 38,40% και προηγείται της ΝΔ κατά 5,9%, κοντεύει όμως να εξαντλήσει τα περιθώρια συσπείρωσης του, και οριακά μπορεί να φτάσει το 39%. Χωρίς μείωση του ΣΥΡΙΖΑ κάτω του 8%, και μη είσοδο των ΟΙΚΟΛΟΓΩΝ στη Βουλή, δεν μπορεί να ελπίζει σε αυτοδυναμία. Οριακά αυτό φαίνεται ότι μπορεί να το κατακτήσει μόνο σε επαναληπτικές εκλογές με τον Ν.Παυλόπουλου, καθόσον καταγράφεται από όλες τις δημοσκοπήσεις, ότι η άνοδος του οφείλεται στην αρνητική για την ΝΔ στάση και όχι σε θετική ψήφο. Συνολικά ο δικομματισμός κατακτά 71%,73% και 75% στις Α,Β και Γ περιπτώσεις.
3. Το ΚΚΕ κρατώντας σταθερά ποσοστά άνω του 8%, τώρα φαίνεται ότι προσεγγίζει το 9,0%, χωρίς όμως να διαμορφώνει καταστάσεις για να ηγηθεί ενός μεγάλου λαικού κινήματος ανατροπής. Στην περίπτωση Β και Γ φαίνεται να φθάνει το 8,5%.
4. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ο μεγάλος χαμένος του Δεκεμβρίου. Έπεσε πλέον και απο το 10,0% (9,90% τώρα), εμφανίζοντας σταθερή υποχώρηση των ποσοστών του και υποχώρηση της δημοτικότητας του Α.Τσίπρα κατά 13%. Από τα επεισόδια του Δεκεμβρίου κέρδισε μόνο στους νέους ηλικίας 18-24 ετών. Με τις διαμορφούμενες τάσεις φαίνεται ότι θα παλέψει με το ΚΚΕ για την κατάκτηση της 3ης θέσης, καθ’ ότι στην περίπτωση σχετικής επανασυσπείρωσης της ΝΔ, φαίνεται να πέφτει στο 9% και στην Γ περίπτωση να κατακτά το 8,0%. Η αδυναμία του να διαμορφώσει έγκαιρα (από τις αρχές του 2008) ένα minimum πρόγραμμα περιορισμού της ασυδοσίας του μεγάλου κεφαλαίου και αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης, δεν του επέτρεψε να διαμορφώσει μια πειστική απάντηση στο γιατί δεν θέλει να συνεργαστεί με το ΠΑΣΟΚ. Έτσι ακόμη και τώρα το 57% των εν δυνάμει ψηφοφόρων του θέλει την συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ.
5. Ο ΛΑΟΣ καταγράφεται σταθερά στο 5,0%, στην Β περίπτωση στο 4,70% και στο 4,35% στην Γ. Ιδιαίτερα προβλήματα θα αντιμετωπίσει μόνο εάν η ΝΔ έχανε τις πρώτες εκλογές με διαφορά κάτω του 2% από το ΠΑΣΟΚ.
6. ΟΙ ΟΙΚΟΛΟΓΟΙ ΠΡΑΣΙΝΟΙ είναι κερδισμένοι από τα πρόσφατα επεισόδια και φθάνουν το 3,6%. Στην περίπτωση Β περιορίζονται στο 3,30% και μόνο στην Γ φαίνεται ότι θα μείνουν εκτός Βουλής.
7. Τα ΛΟΙΠΑ κόμματα φθάνουν τώρα το 1,80%, στη Β περίπτωση περιορίζονται στο 1,65% και στην Γ στο 1,50%. Το αντίστοιχο ποσοστό τους στις εκλογές του 2007 ήταν 1,22% χωρίς το κόμμα του Στ. Παπαθεμελή και 2,02% μαζί με αυτό.
8. Το άκυρο – λευκό – αποχή παραμένει ισχυρό και αφορά περί τους 500.000 και πλέον ψηφοφόρους που ψήφισαν έγκυρο το 2007. Οι 300.000 περίπου από αυτούς προέρχονται από την ΝΔ, που τώρα εμφανίζει 82% ποσοστό συμμετοχής των ψηφοφόρων της του 2007, οι οποίοι με ποσοστό συσπείρωσης 81%, δίνουν προεκλογική συσπείρωση μόλις 0,82*0,81=66,4%, έναντι 79,1% του ΠΑΣΟΚ, 82,5% του ΚΚΕ, 75,2% του ΣΥΡΙΖΑ, 74,80 του ΛΑΟΣ, 70,30% των ΟΙΚΟΛΟΓΩΝ και 50,4% των ΛΟΙΠΩΝ. Έτσι στην περίπτωση Α αναμένονται συνολικά έγκυρα 6.797.573 έναντι των 7.160.265 του 2007 ήτοι μείωση κατά 362.692 ψήφους, ενώ στην Β και Γ περίπτωση η μείωση περιορίζεται σε 212.918 και 95.775 ψήφους αντίστοιχα.

ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ – ΛΥΣΕΙΣ

Με δεδομένη την εκτίμηση των δημοσκοπήσεων ότι οι εκλογές δεν θα δώσουν αυτοδύναμη κυβέρνηση, διαμορφώνονται τρία εκλογικά σενάρια:
1ον Επαναληπτικές εκλογές με τον Ν Παυλόπουλου, όπου όμως το ΠΑΣΟΚ μόνον σε οριακή αυτοδυναμία μιας ή δύο εδρών μπορεί να ελπίζει, χωρίς όμως να είναι βέβαιο ότι θα μπορέσει να διαχειριστεί την κρίση, μιας και η προβαλλόμενη άποψη του για νέα κοινωνική συμφωνία μεγάλων – μικρομεσαίων και εργαζομένων δεν πείθει κανένα. Αυτοδυναμία βέβαια επιθυμεί το 40% των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ και 60% των ψηφοφόρων της ΝΔ.
2ον Κυβέρνηση συνασπισμού των δύο μεγάλων κομμάτων, που φαίνεται ότι διακαώς επιθυμεί το μεγάλο κεφάλαιο και οι ξένοι παράγοντες. Σημαντικά εμπόδια σ’ αυτή τη λύση φαίνεται ότι αποτελούν οι ηγεσίες των δύο μεγάλων κομμάτων, γιατί τότε θα απωλέσουν εντελώς την πολιτική αυτονομία τους και θα αντιμετωπίζουν στην συνέχεια ένα αβέβαιο μέλλον για αυτά. Εξάλλου μόνο το 1/3 των ψηφοφόρων της ΝΔ και το 1/4 των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ επιθυμεί τέτοια λύση.
3ον Κυβέρνηση συνεργασίας ΠΑΣΟΚ – ΣΥΡΙΖΑ ή συνεργασίας ΠΑΣΟΚ – μέρους ΣΥΡΙΖΑ και ΟΙΚΟΛΟΓΩΝ. Την λύση αυτή επιθυμεί το 1/3 των ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ και το 57% των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι φανερό ότι το μεγάλο πρόβλημα εδώ μπαίνει κυρίως στο ΣΥΡΙΖΑ, όπου η ανανεωτική πτέρυγα του ΣΥΝ ευθέως δηλώνει ότι δεν θα μείνει αδιάφορη σ’ αυτή την περίπτωση, ενώ η ηγεσία του το αντίθετο, χωρίς όμως να γίνεται πιστευτή. Διάσπαση λοιπόν και συρρίκνωση ή διάσπαση και νέα αρχή; Αυτοί που βλέπουν το δεύτερο μάλλον θα έπρεπε να προετοιμαστούν νωρίτερα.
Σε κάθε περίπτωση οι εξελίξεις θα έχουν έντονο πολιτικό – οικονομικό και κοινωνικό ενδιαφέρον και μπορεί να καταγράψουν και τυπικά το τέλος της μεταπολίτευσης.


ΑΘΗΝΑ 28/12/08
ΣΟΥΜΠΛΗΣ ΝΙΚΗΤΑΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ
Πολιτικός Μηχανικός ΕΜΠ
ΑΡΙΣΤΕΡΟΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ